Η εικόνα που έγινε viral σε όλο τον κόσμο: το περιστατικό στις ΗΠΑ ως ακόμη ένα παράδειγμα του πώς φιμώνεται η μαρτυρία
Το καρέ που έβαλε τη μαρτυρία στο επίκεντρο
Στη Μινεάπολη, κατά τη διάρκεια επιχείρησης μπροστά από ομοσπονδιακό κτίριο, ένας φωτορεπόρτερ, o John Abernathy, περικυκλώνεται, ακινητοποιείται και δέχεται σπρέι πιπεριού. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πετά την κάμερά του σε άλλον φωτογράφο για να μη χαθεί το υλικό ή κατασχεθεί. Η καταγραφή της στιγμής είναι μοναδική.
Σε ένα καρέ (του Pierre Lavie), καταλαβαίνεις ότι η καταγραφή αντιμετωπίζεται ως «εμπόδιο», ο φωτορεπόρτερ παύει να είναι παρατηρητής και γίνεται στόχος, και η κοινωνία βλέπει καθαρά πόσο εύκολα το άδικο μπορεί να μείνει χωρίς αποτύπωμα.
Τα τελευταία καρέ πριν την στιγμή της επίθεσης εναντίον του Abernathy είναι συγκλονιστικά γιατί μας βάζουν μέσα στο θέμα και τι ακριβώς έβλεπε λίγο πριν τον πατήσουν στο έδαφος.

Η ανθρώπινη αντίδραση εδώ δεν χρειάζεται πολιτικό πλαίσιο για να ξεκινήσει. Ο εγκέφαλος διαβάζει την κίνηση ως προσπάθεια ελέγχου: “μην το δείξεις”, “μην υπάρχεις ως μάρτυρας”. Αυτό μετατρέπει την εικόνα από «ένα ακόμα στιγμιότυπο» σε τεκμήριο.
Το viral έρχεται όταν το καρέ δεν ζητά θαυμασμό, αλλά θέση. Όχι θέση σε κόμματα ή στρατόπεδα, αλλά θέση σε ένα βασικό ένστικτο δικαίου: αν κάποιος φοβάται την εικόνα, τότε κάτι στην πράξη του δεν αντέχει το φως.
Το κρίσιμο είναι ότι η βία εδώ δεν εμφανίζεται μόνο ως φυσική δύναμη. Εμφανίζεται ως έλεγχος της ορατότητας, ως προσπάθεια να σβηστεί η απόδειξη. Κι αυτό κάνει τον θεατή να νιώθει ότι “δεν αφορά μόνο τους άλλους”, αλλά αφορά το δικαίωμα όλων να γνωρίζουν τι συνέβη.
Αυτή η μετάβαση από την περιέργεια στην ηθική αντίδραση είναι σχεδόν αυτόματη. Πρώτα λες “τι έγινε;”, μετά “ποιος έχει την ισχύ;” και τέλος “αυτό ξεπερνά όριο”. Εκεί, η εικόνα έχει ήδη κερδίσει χρόνο και προσοχή.
Το λειτούργημα του φωτορεπόρτερ και η σύγκρουση με την εξουσία
Ο φωτορεπόρτερ δεν είναι «κάποιος με κάμερα». Είναι ο άνθρωπος που μετατρέπει το γεγονός σε δημόσια μνήμη: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά. Χωρίς αυτό το οπτικό αποτύπωμα, πολλά γεγονότα μένουν σε εκδοχές, διαρροές και ανακοινώσεις.
Γι’ αυτό η σχέση φωτορεπορτάζ–εξουσίας είναι μόνιμα τεταμένη, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πολιτική πρόθεση από καμία πλευρά. Η εικόνα αφαιρεί από την εξουσία το προνόμιο του μονολόγου, και μειώνει τον χώρο για «διορθώσεις» της πραγματικότητας εκ των υστέρων.
Σε στιγμές κρίσης, η κάμερα λειτουργεί σαν υπενθύμιση λογοδοσίας. Δεν χρειάζεται να είναι επιθετική· αρκεί που υπάρχει. Και όταν η ύπαρξη της κάμερας αλλάζει τη συμπεριφορά, αυτό από μόνο του δείχνει πόσο ισχυρή είναι η καταγραφή.
Η πίεση στους φωτορεπόρτερ συνήθως δεν έρχεται μόνο ως ανοιχτή βία. Έρχεται ως σπρώξιμο, ως «παρεμπόδιση» του οπτικού πεδίου, ως μπλοκάρισμα πρόσβασης, ως μπέρδεμα ανάμεσα σε πλήθος και Τύπο, ως απαξίωση της επαγγελματικής ιδιότητας. Αυτές οι κινήσεις, όταν γίνονται μέσα σε χάος, μπορούν να βαφτιστούν «παρεξήγηση», αλλά το αποτέλεσμα είναι πάντα ίδιο: λιγότερη μαρτυρία.
Στις Η.Π.Α., τέτοιες στιγμές δεν είναι αυτό που ο μέσος πολίτης θεωρεί «κανονικότητα» στο εσωτερικό πεδίο και γι’ αυτό, όταν καταγράφονται τόσο καθαρά, λειτουργούν σαν σοκ. Η εικόνα δεν διαβάζεται μόνο ως ένα επεισόδιο έντασης, αλλά ως ρωγμή σε ένα αφήγημα τάξης, δικαιωμάτων και θεσμικών ορίων.
Στην Ελλάδα, το μοτίβο είναι πιο γνώριμο. Έχουν υπάρξει επανειλημμένες καταγγελίες από ενώσεις δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ για τραυματισμούς σε πορείες από χημικά, για σπρωξίματα και παρεμπόδιση κάλυψης, αλλά και για προσαγωγές ή συλλήψεις ανθρώπων του ρεπορτάζ την ώρα που εργάζονταν σε διαδηλώσεις ή σε αμφιλεγόμενες επιχειρήσεις της εξουσίας.
Και αν στις Η.Π.Α. προβάλλεται το αφήγημα της «πατρίδας των ελεύθερων», ενώ η Ελλάδα κουβαλά το ιστορικό βάρος της «κοιτίδας της Δημοκρατίας», στην πράξη η προστασία της μαρτυρίας δεν αποδεικνύεται πάντα αυτονόητη σε καμία από τις δύο περιπτώσεις.
Αυτός είναι και ο λόγος που τέτοιες εικόνες ταξιδεύουν. Ο θεατής καταλαβαίνει ότι δεν βλέπει απλώς ένταση, βλέπει προσπάθεια ελέγχου του ποιος θα πει την ιστορία. Ακόμη κι αν δεν ξέρει λεπτομέρειες για το γεγονός, αναγνωρίζει την πρόθεση: “μην το γράψεις”, “μην το δείξεις”.
Για τους φωτορεπόρτερ, το πρακτικό διακύβευμα είναι αμείλικτο. Δεν αρκεί να είσαι στο σημείο· πρέπει να μπορείς να σταθείς, να εργαστείς, να κρατήσεις τη ροή, να προστατεύσεις το υλικό και να το βγάλεις εκτός πεδίου. Αν χαθεί το υλικό ή κοπεί η ακολουθία, χάνεται το πιο ισχυρό κομμάτι της αλήθειας: η συνέχεια.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν φαίνεται σε ένα καρέ: η μοναξιά του ρεπορτάζ πεδίου. Ο φωτορεπόρτερ λειτουργεί συχνά χωρίς «δίχτυ», ανάμεσα σε δύο πλευρές που τον βλέπουν με καχυποψία. Κι όμως, αυτός είναι που θα κρατήσει το τεκμήριο όταν όλοι οι άλλοι θα μιλούν μετά.
Η μεγάλη παγίδα είναι η εξοικείωση. Όταν τέτοιες στιγμές επαναλαμβάνονται, υπάρχει κίνδυνος να γίνουν “φυσιολογικές”. Και τότε η καταστολή δεν χρειάζεται να είναι πιο βίαιη· αρκεί να γίνει πιο αόρατη, πιο αποτελεσματική στο να σβήνει τη μαρτυρία χωρίς να προκαλεί αντίδραση.
Το καρέ που έγινε viral είναι σύμβολο της μάχης για το δικαίωμα της καταγραφής. Και αυτό είναι που πρέπει να μείνει στο μυαλό: όταν ο μάρτυρας πιέζεται να εξαφανιστεί, το κόστος δεν το πληρώνει μόνο ο φωτορεπόρτερ, το πληρώνει η κοινωνία.
Απέκτησε το Luminar με έκπτωση, με τον κωδικό pttl20,
κάνε κλικ στην εικόνα












