Sponsored
Συνεντεύξεις

Ελ–αιώνες: Η Χριστίνα Τζαμάλα μιλάει για τα μονοπάτια της ελιάς

Δύο ανοιχτά χέρια γεμάτα ελιές, εικόνα-κλειδί των «Ελ–αιώνων»
Η εικόνα του εξωφύλλου που συμπυκνώνει τη σχέση ανθρώπου και ελιάς.
Σύνοψη

• Η Χριστίνα Τζαμάλα εξηγεί πώς η σιωπή των υπεραιωνόβιων ελαιώνων της Κέρκυρας έγινε το έναυσμα των «Ελ–αιώνων».
• Το βιβλίο ακολουθεί τον κύκλο της ελιάς και κρατά τον άνθρωπο παρόντα ως ίχνος μόχθου και φροντίδας.
• Λογοτεχνικά, ιστορικά και αρχειακά στοιχεία μπαίνουν δίπλα στις εικόνες ως συνομιλία, όχι ως επεξήγηση.
• Παρουσίαση στο Ιωνικό Κέντρο στις 4 Μαρτίου, 19:30.

 

Οι «Ελ–αιώνες» της Χριστίνας Τζαμάλα ξεκίνησαν όχι από μια «ωραία εικόνα», αλλά από τη σιωπή μέσα στους υπεραιωνόβιους ελαιώνες της Κέρκυρας και την αίσθηση ότι περπατάς σε έναν τόπο που κουβαλά ιστορία.

Η Χριστίνα μίλησε στο pttl και στον Βάιο για το πώς ένα φωτογραφικό πρότζεκτ έγινε βιβλίο με λόγο και αρχειακό υλικό, για τον κύκλο της ελιάς από τη συγκομιδή μέχρι το ελαιοτριβείο, για τον ρόλο του ανθρώπου στις εικόνες και για την παρουσίαση στο Ιωνικό Κέντρο στις 4 Μαρτίου (19:30).

[ads1]

Η Χριστίνα Τζαμάλα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε επί είκοσι χρόνια στον χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό χώρο, σε τομείς marketing και επικοινωνίας. Ασχολείται με την ελληνική παράδοση, στο πλαίσιο οικογενειακής δραστηριότητας που ξεκινά το 1940, και με τη φωτογραφία, εστιάζοντας κυρίως στο τοπίο, στα ίχνη μνήμης και στην ανθρώπινη παρουσία που συνομιλεί με αυτά. Το 2022 εκδόθηκε το φωτογραφικό λεύκωμα «Κέρκυρα: Λάμψεις Ομορφιάς», με φωτογραφίες της και ολιγόστιχα της Κατίνας Βλάχου. Τον Σεπτέμβριο του 2024 παρουσίασε την ατομική της έκθεση φωτογραφίας «Intimate Views» στην Κέρκυρα. Ζει στην Αθήνα, με σταθερή παρουσία και στην Κέρκυρα, τόπο καταγωγής της μητέρας της.

Ποιο ήταν το πρώτο έναυσμα που σε έκανε να ξεκινήσεις τους «Ελ–αιώνες»;

Το πρώτο έναυσμα δεν ήταν μια εικόνα, αλλά μια αίσθηση: η σιωπή μέσα στους υπεραιωνόβιους ελαιώνες της Κέρκυρας. Ένιωσα ότι περπατώ μέσα σε έναν τόπο φορτισμένο ιστορίας. Οι κορμοί αυτοί δεν είναι απλώς δέντρα· είναι φορείς μνήμης. Από εκεί ξεκίνησε η ανάγκη να τους αφήσω να αποκαλυφθούν μέσα από το φακό.

Πότε κατάλαβες ότι αυτό δεν θα είναι “μόνο” φωτογραφικό λεύκωμα, αλλά σύνθετη αφήγηση;

Γρήγορα έγινε φανερό ότι δεν θα ήταν μόνο ένα φωτογραφικό λεύκωμα· οι εικόνες έφερναν ήδη μαζί τους ανθρώπους, τις συνήθειες και την ιστορία του τόπου. Έτσι, άρχισε να ζητά τη συνύπαρξη εικόνας και λόγου.

Τι σε τράβηξε ειδικά στους υπεραιωνόβιους ελαιώνες της Κέρκυρας, πέρα από την εικόνα;

Η αίσθηση της αντοχής. Αυτά τα δέντρα έχουν δει εποχές, κατακτήσεις, φτώχεια, αφθονία. Είναι μια μορφή ήσυχης αξιοπρέπειας. Δεν με τράβηξε η γραφικότητα, αλλά η διάρκεια.

Αν έπρεπε να περιγράψεις το βιβλίο σε μία πρόταση, ποια θα ήταν;

Ένα φωτογραφικό και λογοτεχνικό ταξίδι στον κύκλο της ελιάς, όπου το τοπίο γίνεται μνήμη και η μνήμη φως.

Πώς προσέγγισες φωτογραφικά ένα θέμα που είναι ταυτόχρονα τοπίο, εργασία και μνήμη;

Με σεβασμό στον ρυθμό του τόπου. Δεν επιδίωξα το εντυπωσιακό· αναζήτησα τη διάρκεια. Το τοπίο το είδα ως σώμα, την εργασία ως τελετουργία και τη μνήμη ως υπόστρωμα φωτός.

Υπάρχει ένα οπτικό μοτίβο/“κανόνας” που σε ακολουθεί σε όλη τη σειρά;

Η αναζήτηση του φωτός που διαπερνά. Το φως δεν λειτουργεί μόνο αισθητικά, αλλά συμβολικά: ως χρόνος που περνά μέσα από τον κορμό, ως ανάσα.

[ads2]

Τι ρόλο παίζει ο άνθρωπος στις φωτογραφίες: πρωταγωνιστής, ίχνος ή απουσία;

Ο άνθρωπος είναι παρών, αλλά όχι κυρίαρχος. Άλλοτε ως σώμα μέσα στον ελαιώνα και στο ελαιοτριβείο, άλλοτε ως ίχνος εργασίας. Ήθελα να φανεί ότι ο άνθρωπος και το δέντρο συνυπάρχουν μέσα από τον μόχθο. Η συγκομιδή δεν είναι ρομαντική εικόνα· είναι επαναλαμβανόμενη, επίμονη εργασία. Είναι σκυμμένες πλάτες, ρυθμικές κινήσεις, αναμονή. Αυτός ο μόχθος δημιουργεί έναν δεσμό σχεδόν σιωπηλό — μια σχέση αλληλεξάρτησης που δεν χρειάζεται να δηλωθεί, μόνο να φανεί.

Υπάρχει μία εικόνα που λειτουργεί ως “κλειδί” για όλο το βιβλίο; Τι είναι αυτό που την κάνει κεντρική;

Ναι — είναι η εικόνα του εξωφύλλου. Δύο χέρια ανοιχτά, γεμάτα ελιές. Χέρια δουλεμένα, με σημάδια χρόνου και εργασίας. Για μένα αυτή η εικόνα συμπυκνώνει όλο το βιβλίο: τη σχέση ανθρώπου και ελιάς μέσα από τον μόχθο, τη φροντίδα και την προσφορά. Δεν είναι μια εικόνα εντυπωσιασμού· είναι μια εικόνα ουσίας. Εκεί αρχίζει η πραγματική ιστορία που θέλω να αφηγηθώ.

Ο άξονας του βιβλίου είναι ο κύκλος της ελιάς (συγκομιδή–ελαιοτριβείο). Γιατί επέλεξες αυτή τη δομή;

Γιατί ο κύκλος είναι ο πιο ειλικρινής τρόπος αφήγησης της φύσης. Η ελιά δεν είναι στιγμιότυπο· είναι διαδικασία. Ήθελα ο αναγνώστης να βιώσει αυτή τη μετάβαση.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη φάση αυτού του κύκλου να αποδοθεί φωτογραφικά και γιατί;

Το ελαιοτριβείο. Εκεί το φως αλλάζει, η ατμόσφαιρα πυκνώνει. Έπρεπε να ισορροπήσω ανάμεσα στη βιομηχανική διαδικασία και στην αίσθηση της μεταμόρφωσης.

Υπήρξε στιγμή που σε άλλαξε ως δημιουργό μέσα σε αυτή τη διαδικασία;

Ναι. Όταν βρέθηκα στο ελαιοτριβείο και είδα το πρώτο λάδι να κυλά. Εκεί ένιωσα ότι η φωτογραφία είναι το μέσο που μπορεί να λειτουργήσει ως μάρτυρας αυτής της διαδρομής — από τον καρπό στο δέντρο μέχρι τη σταγόνα. Όχι για να εξιδανικεύσει τη στιγμή, αλλά για να κρατήσει το συναίσθημα, την κούραση, τη σιωπηλή ικανοποίηση.

[ads1]

Δίπλα στις φωτογραφίες μπαίνουν λογοτεχνικά αποσπάσματα, ιστορικά στοιχεία και αρχειακό υλικό. Ποιο ήταν το κριτήριο επιλογής τους;

Να συνομιλούν με την εικόνα, όχι να την εξηγούν. Από τον Όμηρο έως τον Ελύτη, η ελιά είναι παρούσα στην ελληνική γραμματεία. Επέλεξα αποσπάσματα που λειτουργούν σαν ψίθυρος δίπλα στη φωτογραφία.

Πώς απέφυγες να “καπελώσει” το κείμενο την εικόνα;

Με μέτρο. Η εικόνα έχει πάντα τον πρώτο λόγο. Το κείμενο έρχεται ως ανάσα, όχι ως ερμηνεία.

Με ποιον τρόπο ήθελες ο αναγνώστης να διαβάζει το βιβλίο: γραμμικά, σαν αφήγηση, ή ανοιχτά, σαν περιήγηση;

Και γραμμικά και ελεύθερα. Να μπορεί κάποιος να ακολουθήσει τον κύκλο, αλλά και να σταθεί σε μια σελίδα σαν να περιηγείται.

Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση που έχει ο κόσμος για τους κερκυραϊκούς ελαιώνες;

Ότι είναι απλώς «ωραίο τοπίο». Στην πραγματικότητα είναι ένα ζωντανό σύστημα ιστορίας και εργασίας. Υπάρχει επίσης συχνά μια επιφανειακή κριτική ότι στην Κέρκυρα «αφήνουν τον καρπό να πέσει στα δίχτυα». Όμως αυτό συνδέεται με τη μορφολογία των υπεραιωνόβιων δέντρων — ψηλών, εκτεταμένων, συχνά δύσκολων στη διαχείριση — και με μια τοπική πρακτική που έχει διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες. Πρόκειται για έναν διαφορετικό τρόπο συγκομιδής, προσαρμοσμένο σε έναν ιδιαίτερο ελαιώνα.

Τι αποκαλύπτει το βιβλίο για τη σχέση του νησιού με την ελιά που δεν φαίνεται με μια “γρήγορη” ματιά;

Τη βαθιά σχέση της Κέρκυρας με την ελιά ως κοινωνικό και πολιτισμικό θεμέλιο.

Πώς συνυπάρχουν στο έργο το προσωπικό (η δική σου σχέση με τον τόπο) και το συλλογικό (η μνήμη/εργασία/ιστορία);

Το προσωπικό μου βίωμα και η οπτική συναντούν μνήμη, ιστορία και εργασία· και μαζί συνθέτουν εμπειρία.

Η έκδοση είναι δίγλωσση (ελληνικά–αγγλικά). Τι σε οδήγησε σε αυτή την επιλογή και τι αλλάζει στον τρόπο που “διαβάζεται”;

Η ελιά είναι για την Ελλάδα κάτι πολύ περισσότερο από καλλιέργεια. Από τη μυθολογία — τη θεά Αθηνά και το ιερό της δέντρο — μέχρι τη σύγχρονη ταυτότητά μας, η ελιά ταυτίζεται με τον πολιτισμό μας. Επιπλέον, η Κέρκυρα, ως νησί διασταυρώσεων και ως δημοφιλής προορισμός που δέχεται ανθρώπους από όλο τον κόσμο, έχει μια εξωστρεφή ταυτότητα. Ήθελα το βιβλίο να κρατά τη ρίζα του στην ελληνική γλώσσα, αλλά να μπορεί να συνομιλήσει ουσιαστικά και με έναν αναγνώστη εκτός Ελλάδας — όχι ως τουριστικό αντικείμενο, αλλά ως πολιτισμική αφήγηση.

Ποιο κοινό έχεις στο μυαλό σου εκτός Ελλάδας; Και τι θα ήθελες να πάρει μαζί του από αυτό το βιβλίο

Ανθρώπους που ενδιαφέρονται για το τοπίο, τη μνήμη και τη σχέση φύσης–πολιτισμού. Θα ήθελα να αναγνωρίσουν στην κερκυραϊκή ελιά κάτι οικουμενικό.

Τι θα ήθελες να προσέξει κάποιος φωτογράφος/δημιουργός εικόνας ξεφυλλίζοντας τους «Ελ–αιώνες» (σε επίπεδο ρυθμού, επιμέλειας, ακολουθίας εικόνων);

Τον ρυθμό της ακολουθίας. Το πώς εναλλάσσονται οι ανοιχτές εικόνες με τις πιο κλειστές. Το πώς μια “ήσυχη” φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο στάσης μέσα στη ροή του βιβλίου. Και κυρίως, το πώς το θέμα κρατιέται συνεκτικό χωρίς να γίνεται επαναληπτικό.

Αν είχες να δώσεις μία πρακτική συμβουλή για φωτογραφική δουλειά σε “τόπους μνήμης”, ποια θα ήταν;

Να μένεις περισσότερο απ’ όσο νομίζεις ότι χρειάζεται. Η μνήμη δεν αποκαλύπτεται βιαστικά.

Τι να περιμένουμε από την παρουσίαση στο Ιωνικό Κέντρο (4 Μαρτίου, 19:30); Πώς θα ήθελες να φύγει ο κόσμος από τη βραδιά;

Μια βραδιά όπου εικόνα και λόγος θα συναντηθούν ζωντανά. Θα ήθελα ο κόσμος να φύγει με την αίσθηση ότι περπάτησε μέσα σε έναν ελαιώνα.

Ποια είναι η δική σου προσωπική “ρίζα” με την Κέρκυρα και πώς διαμορφώνει τον τρόπο που κοιτάς το νησί;

Η Κέρκυρα είναι τόπος επιστροφής. Είναι μέρος της ταυτότητάς μου, όχι μόνο θέμα φωτογράφησης.

Πώς είναι να φωτογραφίζεις έναν τόπο στον οποίο επιστρέφεις ξανά και ξανά; Τι αλλάζει κάθε φορά στο βλέμμα σου;

Κάθε φορά βλέπεις κάτι που δεν είχες δει. Ο τόπος μένει, το βλέμμα αλλάζει.

Πώς βιώνεις την ισορροπία ανάμεσα στο “είμαι από εδώ” και στο “παρατηρώ ως φωτογράφος”; Σε επηρέασε αυτό ηθικά ή δημιουργικά;

Είναι λεπτή. Χρειάζεται ειλικρίνεια για να μην εξιδανικεύσεις, αλλά και αγάπη για να μη γίνεις ψυχρός.

Ποιο είναι το “μήνυμα” που θα ήθελες να φτάσει πρώτα στους ίδιους τους Κερκυραίους που θα το πιάσουν στα χέρια τους;

Ότι αυτός ο ελαιώνας είναι ζωντανή κληρονομιά. Και η φροντίδα του είναι πράξη πολιτισμού.

Μετά τους «Ελ–αιώνες», ποιο είναι το επόμενο βήμα σου; Σε απασχολεί κάτι συγγενικό ή κάτι τελείως διαφορετικό;

Για το επόμενο βήμα… θα πω μόνο ότι μάλλον θα έχει πάλι χώμα στα παπούτσια.

Χαρακτηριστικά βιβλίου
Αριθμός σελίδων 148
Διαστάσεις 26 x 29 cm
Εκτύπωση Offset
Γλώσσες Ελληνικά – Αγγλικά
Πρώτη έκδοση Δεκέμβριος 2025, Αθήνα

ISBN 786185 988005

Πληροφορίες – διάθεση:  [email protected]https://simosbooks.gr

Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο