Ο Helmut Newton γεννήθηκε ως Helmut Neustädter στις 31 Οκτωβρίου 1920 στο Βερολίνο, σε εύπορη εβραϊκή οικογένεια. Η φωτογραφία τον κέρδισε από μικρή ηλικία και στα 16 του εγκατέλειψε το σχολείο για να εργαστεί ως μαθητευόμενος στο στούντιο της Yva, μιας από τις σημαντικότερες φωτογράφους μόδας και πορτρέτου του προπολεμικού Βερολίνου. Η μαθητεία αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς τον έφερε σε άμεση επαφή με τη σκηνοθεσία, τον φωτισμό και την εμπορική φωτογραφία υψηλού επιπέδου.
Η άνοδος του ναζισμού άλλαξε δραματικά τη ζωή της οικογένειάς του. Οι αντιεβραϊκοί νόμοι περιόρισαν σταδιακά τις επαγγελματικές και κοινωνικές τους δυνατότητες, ενώ ο πατέρας του έχασε τον έλεγχο της οικογενειακής επιχείρησης και κρατήθηκε για μικρό διάστημα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μετά την Kristallnacht του Νοεμβρίου 1938, η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία. Ο 18χρονος Helmut έφυγε μόνος του, ταξιδεύοντας μέσω Τεργέστης προς την Ασία.
Κατέληξε στη Σιγκαπούρη, όπου εργάστηκε για λίγο ως φωτορεπόρτερ και στη συνέχεια ως portrait photographer. Με την επέκταση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι βρετανικές αρχές τον αντιμετώπισαν ως «enemy alien» λόγω της γερμανικής του υπηκοότητας και το 1940 μεταφέρθηκε στην Αυστραλία. Εκεί κρατήθηκε σε internment camp στην περιοχή Tatura της Victoria και αργότερα εντάχθηκε στην Australian Army, υπηρετώντας στην 8th Employment Company.
Μετά τον πόλεμο, ο Newton απέκτησε αυστραλιανή υπηκοότητα και εγκαταστάθηκε στη Melbourne, όπου άνοιξε δικό του φωτογραφικό στούντιο. Το 1948 παντρεύτηκε την ηθοποιό June Browne, η οποία αργότερα θα ανέπτυσσε σημαντική δική της φωτογραφική καριέρα με το όνομα Alice Springs. Η June υπήρξε καθοριστική συνεργάτιδα, σύντροφος και διαχειρίστρια της κοινής τους δημιουργικής ζωής.
Κατά τη δεκαετία του 1950 ο Newton εργάστηκε όλο και περισσότερο στη φωτογραφία μόδας και άρχισε να συνεργάζεται με διεθνή περιοδικά. Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1961, όταν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συνδέθηκε στενά με το French Vogue. Παράλληλα δούλεψε για περιοδικά όπως το British Vogue, το Queen, το Elle, το Playboy και αργότερα το Vanity Fair, αναπτύσσοντας σταδιακά την αναγνωρίσιμη οπτική του γλώσσα.
Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της παραδοσιακής fashion photography, ο Newton προτιμούσε συχνά πραγματικούς χώρους: δρόμους, ξενοδοχεία, διαμερίσματα, πάρκινγκ και νυχτερινά αστικά περιβάλλοντα. Οι εικόνες του έμοιαζαν με καρέ από ταινία, γεμάτα υπαινιγμούς, αμφισημία, ψυχολογική ένταση και σχέσεις εξουσίας. Η μόδα παρέμενε παρούσα, αλλά συχνά λειτουργούσε ως αφορμή για μια μεγαλύτερη σκηνοθετημένη ιστορία.
Το 1964 απομακρύνθηκε προσωρινά από το French Vogue έπειτα από μια σύγκρουση που προέκυψε από editorial του για το Queen με τη συλλογή του André Courrèges. Συνέχισε όμως να εργάζεται για άλλα μεγάλα έντυπα και επέστρεψε στο French Vogue το 1969. Ο ίδιος θεωρούσε αυτή την επόμενη περίοδο μία από τις σημαντικότερες της καριέρας του.
Το 1971 υπέστη σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, γεγονός που τον οδήγησε να περιορίσει τις αναθέσεις και να επιλέγει περισσότερο τις δουλειές που του επέτρεπαν να αναπτύξει το προσωπικό του όραμα. Η δεκαετία του 1970 και οι αρχές της δεκαετίας του 1980 υπήρξαν η πιο εμβληματική περίοδος του έργου του. Το Rue Aubriot του 1975, με μοντέλο ντυμένο με το Le Smoking του Yves Saint Laurent σε νυχτερινό παρισινό δρόμο, έγινε μία από τις σημαντικότερες fashion φωτογραφίες του 20ού αιώνα.
Παράλληλα, ο Newton ανέπτυξε μια όλο και πιο έντονη ενασχόληση με το γυμνό και με εικόνες γυναικών που παρουσιάζονταν δυναμικές, ψυχρές, ανεξάρτητες και συχνά κυρίαρχες μέσα στη σκηνή. Η σειρά Big Nudes στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και το diptych Sie Kommen, στο οποίο οι ίδιες γυναίκες εμφανίζονται αρχικά ντυμένες και στη συνέχεια γυμνές, συμπύκνωσαν τη λογική αυτής της περιόδου.
Το έργο του προκάλεσε έντονο διάλογο. Για πολλούς, οι γυναίκες στις φωτογραφίες του ήταν ισχυρές, αυτάρκεις και ανατρεπτικές σε σχέση με τα παλαιότερα πρότυπα της fashion photography. Για άλλους, η σκηνοθεσία του αναπαρήγαγε ανδρικά στερεότυπα και σεξουαλικοποιημένες σχέσεις εξουσίας. Αυτή η ένταση παραμένει μέχρι σήμερα βασικό μέρος της κριτικής συζήτησης γύρω από το έργο του.
Από το 1981 ο Newton μοίραζε τον χρόνο του κυρίως ανάμεσα στο Monaco και το Los Angeles. Εκτός από τη μόδα, φωτογράφισε πολυάριθμες προσωπικότητες της τέχνης, του κινηματογράφου, της πολιτικής και της διεθνούς κοινωνικής ζωής. Το πορτρέτο έγινε σταδιακά ένας από τους σημαντικότερους άξονες της δουλειάς του.
Παράλληλα, η εκδοτική διάσταση του έργου του ήταν εξαιρετικά σημαντική. Βιβλία όπως τα White Women, Sleepless Nights, Big Nudes, World Without Men και αργότερα το μνημειώδες SUMO συνέβαλαν στη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας και της επιρροής του πέρα από τα περιοδικά.
Το 2003 ο Newton επέλεξε το Βερολίνο ως έδρα της Helmut Newton Foundation, επιστρέφοντας συμβολικά στην πόλη από την οποία είχε αναγκαστεί να φύγει το 1938. Η Foundation στεγάζεται στο Museum of Photography και διατηρεί μεγάλο μέρος του αρχείου του ίδιου και της June Newton / Alice Springs.
Ο Helmut Newton πέθανε στις 23 Ιανουαρίου 2004 στο Los Angeles, σε ηλικία 83 ετών, έπειτα από αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η επιρροή του στη φωτογραφία μόδας, στο portraiture και στη σύγχρονη οπτική κουλτούρα παραμένει τεράστια. Οι εικόνες του συνέδεσαν την εμπορική ανάθεση με την προσωπική φωτογραφική γλώσσα και απέδειξαν ότι ένα fashion editorial μπορούσε να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως σκηνοθετημένη αφήγηση, πολιτισμικό σχόλιο και αυτόνομη φωτογραφική εικόνα.