Ο Robert Capa γεννήθηκε στη Βουδαπέστη στις 22 Οκτωβρίου 1913 ως Endre Ernő Friedmann, δεύτερο παιδί μιας εβραϊκής οικογένειας μεσοαστικής τάξης. Στα νεανικά του χρόνια επηρεάστηκε από προοδευτικούς και αριστερούς κύκλους της ουγγρικής διανόησης, ενώ ήδη από την εφηβεία του έδειχνε ενδιαφέρον για τη δημοσιογραφία και τη δημόσια ζωή. Η συμμετοχή του σε αριστερή διαδήλωση και η σύλληψή του συνέβαλαν στην αναγκαστική αποχώρησή του από την Ουγγαρία, γεγονός που έμελλε να καθορίσει ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία του.
Το 1930 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου φοίτησε στη Deutsche Hochschule für Politik με κατεύθυνση τη δημοσιογραφία και τις πολιτικές επιστήμες. Εκεί έκανε και τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα στη φωτογραφία, δουλεύοντας ως βοηθός σκοτεινού θαλάμου στο πρακτορείο Dephot. Η γερμανική περίοδος ήταν καθοριστική, καθώς του έδωσε όχι μόνο τεχνική κατάρτιση αλλά και επαφή με τον κόσμο της εικονογραφημένης δημοσιογραφίας, σε μια εποχή όπου η φωτογραφία μετατρεπόταν σε βασικό εργαλείο καταγραφής της σύγχρονης ιστορίας. Με την άνοδο των ναζί το 1933, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία και να μεταβεί στο Παρίσι.
Στο Παρίσι γνώρισε τη Gerda Taro, με την οποία ανέπτυξε στενή προσωπική και επαγγελματική σχέση. Μαζί διαμόρφωσαν το όνομα «Robert Capa», μια κατασκευασμένη ταυτότητα που βοήθησε τον Friedmann να πλασαριστεί ευκολότερα ως διεθνής φωτογράφος σε μια δύσκολη και ανταγωνιστική αγορά. Εκείνη την περίοδο ήρθε επίσης σε επαφή με σημαντικές μορφές της φωτογραφίας, όπως ο Henri Cartier-Bresson και ο David Seymour, και άρχισε να αναπτύσσει τη δική του προσέγγιση: άμεση, κοντινή, νευρώδη, με έμφαση στο ανθρώπινο στοιχείο της ιστορικής στιγμής.
Η διεθνής αναγνώριση ήρθε με την κάλυψη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου από το 1936 και έπειτα. Ο Capa βρέθηκε επανειλημμένα στην πρώτη γραμμή, φωτογραφίζοντας στρατιώτες, αμάχους, μετακινήσεις πληθυσμών και σκηνές μάχης με τρόπο που έδινε στην εικόνα αίσθηση σωματικής παρουσίας. Από αυτή την περίοδο προέρχεται και η περίφημη φωτογραφία The Falling Soldier, η οποία έγινε μία από τις πιο πολυσυζητημένες και εμβληματικές εικόνες του 20ού αιώνα. Το 1938 το βρετανικό Picture Post τον αποκάλεσε «τον μεγαλύτερο πολεμικό φωτογράφο στον κόσμο», τίτλος που τον συνόδευσε έκτοτε. Την ίδια εποχή, ο θάνατος της Gerda Taro το 1937 υπήρξε βαρύ προσωπικό πλήγμα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 εργάστηκε και στην Κίνα, καταγράφοντας τον σινοϊαπωνικό πόλεμο, διευρύνοντας έτσι τη ματιά του πέρα από την ευρωπαϊκή σύγκρουση. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνεργάστηκε κυρίως με το περιοδικό Life και ακολούθησε τις συμμαχικές δυνάμεις σε πολλά μέτωπα της Βόρειας Αφρικής, της Ιταλίας και της Δυτικής Ευρώπης. Η πιο ιστορική στιγμή της σταδιοδρομίας του ήρθε στις 6 Ιουνίου 1944, όταν αποβιβάστηκε με τα πρώτα κύματα των Αμερικανών στρατιωτών στην Omaha Beach της Νορμανδίας και δημιούργησε τις εμβληματικές, θολές αλλά συγκλονιστικές εικόνες του D-Day, που έμειναν στην ιστορία ως από τις πιο ισχυρές φωτογραφικές μαρτυρίες πολέμου.
Μετά τον πόλεμο, ο Capa δεν περιορίστηκε στη φήμη του πολεμικού φωτογράφου. Το 1947 συνίδρυσε το Magnum Photos μαζί με τους Henri Cartier-Bresson, David Seymour, George Rodger και William Vandivert, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη δημιουργία ενός νέου μοντέλου ανεξάρτητης φωτοδημοσιογραφίας, όπου οι φωτογράφοι θα διατηρούσαν μεγαλύτερο έλεγχο στο έργο και στα δικαιώματά τους. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε το βιβλίο Slightly Out of Focus, ένα ιδιότυπο αυτοβιογραφικό έργο βασισμένο στις εμπειρίες του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γραμμένο με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και έντονη αίσθηση της παρατήρησης.
Στα μεταπολεμικά χρόνια ταξίδεψε και φωτογράφισε σε καθοριστικές γεωγραφίες και ιστορικές καμπές του 20ού αιώνα. Εργάστηκε στη Σοβιετική Ένωση, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή, ενώ φωτογράφισε και τα γεγονότα γύρω από τη γέννηση του κράτους του Ισραήλ. Παράλληλα, κατέγραψε προσωπικότητες της τέχνης και της διανόησης, αποδεικνύοντας ότι η ματιά του δεν περιοριζόταν μόνο στο πεδίο της μάχης αλλά μπορούσε να λειτουργήσει εξίσου δυναμικά και σε πιο ήσυχα, ανθρώπινα ή πολιτισμικά συμφραζόμενα.
Το 1954, παρότι είχε ήδη αποκτήσει μυθική φήμη, δέχθηκε να μεταβεί στη Γαλλική Ινδοκίνα για να καλύψει τον εκεί πόλεμο. Στις 25 Μαΐου 1954 σκοτώθηκε στην επαρχία Thai Binh, όταν πάτησε νάρκη ενώ βρισκόταν σε αποστολή. Ο θάνατός του επιβεβαίωσε με τραγικό τρόπο ότι έζησε μέχρι το τέλος σύμφωνα με την αρχή που είχε κάνει φωτογραφική και ηθική του στάση: να βρίσκεται όσο πιο κοντά γίνεται στο γεγονός. Η παρακαταθήκη του παραμένει θεμελιώδης για τη φωτοειδησεογραφία, την πολεμική φωτογραφία και τη φωτογραφία ντοκουμέντου συνολικά.