Sponsored
Σινεμά

The Beloved: έξι κάμερες, 16mm, 35mm, 65mm και digital στην ίδια ταινία

Έξι ARRI κάμερες, τέσσερα format και καμία προσπάθεια να κρυφτούν οι διαφορές ανάμεσα σε φιλμ και digital.

Επίσημη εικόνα της ταινίας El ser querido με τους Javier Bardem και Victoria Luengo
Επίσημη εικόνα της ταινίας El ser querido του Rodrigo Sorogoyen. Πηγή: Movistar Plus.

Σύνοψη

  • Έξι ARRI κάμερες χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή του The Beloved.
  • Το φιλμ συνδυάζει digital, 16mm, 35mm και 65mm, σε έγχρωμη και ασπρόμαυρη εικόνα.
  • Ο Álex de Pablo δεν χρησιμοποίησε LUTs για να εξομοιώσει τα διαφορετικά format.
  • Η εναρκτήρια σκηνή γυρίστηκε με πέντε κρυφές κάμερες και χωρίς συνεργείο μέσα στον χώρο.
Περιεχόμενα
  1. Κάθε format κρατά τη δική του ταυτότητα
  2. Ultra Primes και Ultra 16 χωρίς «κανόνες» ανά χαρακτήρα
  3. Μια εναρκτήρια σκηνή 20 λεπτών με πέντε κρυφές κάμερες
  4. Έξι κάμερες για ένα οικογενειακό γεύμα επί μία εβδομάδα
  5. Η Fuerteventura ως πραγματικός τόπος και ως κινηματογραφικό σκηνικό
  6. Τι πιστεύουμε
  7. Συχνές ερωτήσεις

Στο The Beloved (El ser querido) του Rodrigo Sorogoyen, ο Álex de Pablo δεν προσπάθησε να κάνει έξι διαφορετικές κάμερες να μοιάζουν μεταξύ τους. Έκανε ακριβώς το αντίθετο: άφησε το 16mm, το 35mm, το 65mm και το digital να κρατήσουν τον δικό τους χαρακτήρα.

Για την ταινία χρησιμοποιήθηκαν ALEXA 35, ALEXA Mini LF, ALEXA Mini, ARRIFLEX 416 Plus, ARRICAM LT και ARRIFLEX 765. Μαζί τους μπήκαν στο ίδιο οπτικό σύμπαν διαφορετικά μεγέθη φιλμ, ψηφιακή λήψη, έγχρωμη και ασπρόμαυρη εικόνα. Η εναλλαγή τους δεν ακολουθεί έναν αυστηρό κώδικα. Βασίζεται περισσότερο στο ένστικτο και στην ιδέα ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ απόλυτα σταθερή ή αξιόπιστη.

Κάθε format κρατά τη δική του ταυτότητα

Ο de Pablo δεν ήθελε οι εικόνες από τις διαφορετικές κάμερες να καταλήξουν σε ένα ενιαίο, εξομαλυμένο αποτέλεσμα. Ο κόκκος του φιλμ, η απόδοση των χρωμάτων και ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο κάθε μέσο αποδίδει την πραγματικότητα ήταν μέρος της ίδιας της φωτογραφικής προσέγγισης.

Γι’ αυτό και δεν χρησιμοποίησε LUTs με στόχο να φέρει το υλικό σε μία κοινή αισθητική βάση. Αντί να κρύψει τις διαφορές ανάμεσα σε digital, 16mm, 35mm και 65mm, τις άφησε να λειτουργήσουν ως κομμάτι της εικόνας και της αφήγησης.

Ultra Primes και Ultra 16 χωρίς «κανόνες» ανά χαρακτήρα

Αντίστοιχη ελευθερία υπήρχε και στους φακούς. Το πακέτο περιλάμβανε ARRI/Zeiss Ultra Primes και ARRI/Zeiss Ultra 16s, χωρίς κάποια συγκεκριμένη εστιακή απόσταση να συνδέεται εκ των προτέρων με έναν χαρακτήρα ή μία αφηγηματική κατάσταση.

Στα κοντινά πλάνα, η επιλογή γινόταν με βάση το πρόσωπο του ηθοποιού, τη γεωμετρία του και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσε στο φως. Η λογική ήταν η κάμερα να υπηρετεί τη σχέση πατέρα και κόρης χωρίς να επιβάλλει πάνω της ένα εμφανές οπτικό τέχνασμα.

Μια εναρκτήρια σκηνή 20 λεπτών με πέντε κρυφές κάμερες

Μία από τις πιο ιδιαίτερες επιλογές της παραγωγής βρίσκεται ήδη στην αρχή της ταινίας. Η εναρκτήρια σεκάνς διαρκεί σχεδόν 20 λεπτά και γυρίστηκε την πρώτη ημέρα με τους Javier Bardem και Victoria Luengo, χωρίς συνεργείο μέσα στον χώρο.

Πέντε κάμερες κρύφτηκαν πίσω από διπλής όψης καθρέφτες και μέσα σε ειδικές κατασκευές που ενσωματώθηκαν στο σκηνικό. Οι ηθοποιοί μπορούσαν έτσι να κινηθούν μέσα στον χώρο χωρίς να έχουν απέναντί τους κάμερες και τεχνικούς.

Ο φωτισμός είχε επίσης σχεδιαστεί ώστε να μη χρειάζεται παρέμβαση κατά τη διάρκεια της σκηνής. Το βασικό φως ερχόταν από έξω, μέσα από τα παράθυρα, με τρεις ARRIMAX, ενώ τα πρακτικά φωτιστικά του χώρου είχαν προρυθμιστεί.

Έξι κάμερες για ένα οικογενειακό γεύμα επί μία εβδομάδα

Ακόμη πιο απαιτητικό αποδείχθηκε ένα εξωτερικό οικογενειακό γεύμα, επίσης διάρκειας περίπου 20 λεπτών στην τελική ταινία. Η σκηνή γυρίστηκε επί μία εβδομάδα με έξι κάμερες και με όλα τα διαφορετικά format να χρησιμοποιούνται παράλληλα.

Μία από τις κάμερες χειριζόταν στο χέρι ο ίδιος ο de Pablo. Το δύσκολο κομμάτι ήταν να συνυπάρξουν διαφορετικά μέσα καταγραφής με το φυσικό φως που άλλαζε συνεχώς, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να διατηρηθούν η οπτική συνέχεια και η συναισθηματική ένταση των ερμηνειών από ημέρα σε ημέρα.

Η Fuerteventura ως πραγματικός τόπος και ως κινηματογραφικό σκηνικό

Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων έγινε στη Fuerteventura, στις περιοχές Pájara, La Oliva και Punta de Jandía, ενώ η παραγωγή μετακινήθηκε και στη Madrid. Το νησί έχει διπλό ρόλο μέσα στην ταινία: αποτελεί τον πραγματικό χώρο της ιστορίας, αλλά και το τοπίο της ταινίας που γυρίζει ο κεντρικός χαρακτήρας, με φόντο τη Σπανιόλικη Σαχάρα της δεκαετίας του 1930.

Το The Beloved έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών. Πρωταγωνιστούν οι Javier Bardem και Victoria Luengo, ενώ το σενάριο υπογράφουν οι Rodrigo Sorogoyen και Isabel Peña.

Τι πιστεύουμε

Η ουσία της προσέγγισης δεν βρίσκεται στο ότι χρησιμοποιήθηκαν πολλές κάμερες, αλλά στο ότι οι διαφορές τους έγιναν δημιουργικό εργαλείο. Αντί το post-production να εξαφανίσει τις αποκλίσεις ανάμεσα στα format, αυτές παρέμειναν μέρος της φωτογραφικής γλώσσας της ταινίας.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιες κάμερες χρησιμοποιήθηκαν στο The Beloved;

ALEXA 35, ALEXA Mini LF, ALEXA Mini, ARRIFLEX 416 Plus, ARRICAM LT και ARRIFLEX 765.

Ποια format συνδυάστηκαν;

Digital λήψη μαζί με φιλμ 16mm, 35mm και 65mm, σε έγχρωμη και ασπρόμαυρη εικόνα.

Χρησιμοποιήθηκαν LUTs για να ταιριάξουν οι κάμερες;

Όχι. Η επιλογή ήταν να διατηρηθούν οι διαφορές στην υφή, στον κόκκο και στην απόδοση των χρωμάτων κάθε format.

Πού έγιναν τα γυρίσματα;

Κυρίως στη Fuerteventura, με επιπλέον γυρίσματα στη Madrid.

Σχόλια

Άφησε ένα σχόλιο