Sponsored
Interviews

West Side Story: ο Νίκος Πρίπορας εξηγεί το πενταετές project της Δυτικής Θεσσαλονίκης

Εξώφυλλο του φωτογραφικού βιβλίου «West Side Story» του Νίκου Πρίπορα
Το πρώτο φωτογραφικό βιβλίο του Νίκου Πρίπορα, αποτέλεσμα πενταετούς καταγραφής στη δυτική Θεσσαλονίκη.
Σύνοψη

• Το West Side Story ξεκίνησε το 2020 και έγινε πενταετές project για τις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης.
• Η έρευνα βασίστηκε στο περπάτημα και στην επιστροφή στα ίδια σημεία, με σαφή γεωγραφικά όρια.
• Η απουσία πορτρέτων είναι συνειδητή: ο «άνθρωπος» υπάρχει μέσα από ίχνη, χώρους και σημάδια.
• Η τελική επιλογή 84 εικόνων χτίστηκε με κριτήριο την αφήγηση, μέσα από επιμέλεια και συνεργασία.

 

Το West Side Story είναι η πενταετής φωτογραφική έρευνα του Νίκου Πρίπορα στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, που ολοκληρώνεται ως φωτογραφικό βιβλίο.

Ξεκίνησε το 2020, μέσα στην επιβράδυνση της πανδημίας, από την ανάγκη να ξαναβγεί στον δρόμο και να ξαναδεί τον τόπο όπου μεγάλωσε, αλλά γρήγορα έβαλε στο κέντρο ένα ερώτημα: γιατί αυτή η πλευρά της πόλης παραμένει σχεδόν «αόρατη» στη φωτογραφική αναπαράσταση;

Ο Νίκος Πρίπορας (γ. 1984) είναι φωτογράφος με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος πολιτισμικών σπουδών και οπτικής επικοινωνίας. Έχει συμμετάσχει σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων στο Athens Photo Festival (2019) και στο Photometria Festival (2019–2020). Το West Side Story, βραβεύτηκε στο Athens Photo World 2023.

Website
Facebook
Instagram

[ads1]

Πότε ξεκίνησε το West Side Story και ποιο ήταν το αρχικό ερώτημα που σε έβαλε σε αυτή την πενταετή διαδρομή;

Το West Side Story ξεκίνησε το 2020, μέσα σε μια περίοδο γενικότερης επιβράδυνσης, όπου ο χρόνος και η καθημερινή μετακίνηση μέσα στην πόλη λόγω του COVID-19 απέκτησαν άλλη βαρύτητα. Ξεκίνησε αρχικά ως μια ανάγκη να βγω έξω και να ανακαλύψω ξανά την ευρύτερη περιοχή του τόπου όπου μεγάλωσα. Σε αυτές τις βόλτες τέθηκε και το ερώτημα: γιατί αυτή η πλευρά της πόλης, που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξή της, παραμένει σχεδόν αόρατη στη φωτογραφική της αναπαράσταση; Βλέπουμε σχεδόν πάντα εικόνες από τα ίδια μέρη της πόλης, αλλά οι δυτικές συνοικίες υπάρχουν κυρίως ως γεωγραφικός προσδιορισμός ή ως κοινωνικό στερεότυπο.

Τι σε τράβηξε ειδικά στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης ως φωτογραφικό πεδίο και πώς εξελίχθηκε η σχέση σου με τον χώρο όσο προχωρούσε το έργο;

Οι δυτικές συνοικίες είναι περιοχές που κουβαλούν ιστορία, προσφυγιά, βιομηχανική ανάπτυξη, κοινωνικές εντάσεις. Κι όμως, από όσο γνωρίζω, δεν έχουν αποτελέσει το επίκεντρο μιας ολοκληρωμένης και συνειδητής φωτογραφικής έρευνας. Κυρίως έβλεπα αποσπασματικά κάποια πράγματα. Επιπλέον, υπάρχει και το προσωπικό στοιχείο: μεγάλωσα στις Συκιές, οπότε δεν προσέγγισα τον χώρο ως κάποιος «από αλλού», αλλά ως κάποιος που, έστω και στα όριά του, τον έχει ζήσει. Στην αρχή η σχέση μου με τον χώρο ήταν περισσότερο χαρτογραφική. Περπατούσα και απλά κατέγραφα. Με τον χρόνο, όμως, άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον τόπο διαφορετικά. Το έργο μετατοπίστηκε από την απλή καταγραφή σε μια πιο στοχαστική ανάγνωση και όσο προχωρούσε ο χρόνος, ένιωθα ότι η σχέση μου με τον τόπο γινόταν πιο σύνθετη.

Πώς όρισες το “πεδίο” του project στην πράξη: ποιες περιοχές, διαδρομές ή όρια έβαλες και πώς απέφυγες να χαθείς σε ένα ατελείωτο αρχείο;

Από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι, αν δεν έβαζα σαφή όρια, θα χανόμουν. Όρισα ως αφετηρία την πλατεία Βαρδάρη — ένα συμβολικό αλλά και πραγματικό όριο ανάμεσα στο κέντρο και τα δυτικά — και άρχισα να κινούμαι ακτινωτά προς τα έξω: Ξηροκρήνη, Σταυρούπολη, Νεάπολη, Συκιές, Πολίχνη, Εύοσμος, Κορδελιό, Αμπελόκηποι, μέχρι τα πιο περιφερειακά σημεία, όπως το Καλοχώρι, τη Σίνδο και το Ωραιόκαστρο, που αποτελούν εργασιακό πεδίο πολλών κατοίκων των περιοχών αυτών και όχι μόνο.

Ποια ήταν η μεθοδολογία σου στην έρευνα: περπάτημα, επαναλήψεις, σημειώσεις, συνομιλίες, αρχειακό υλικό; Τι από αυτά αποδείχθηκε καθοριστικό;

Η βασική και αλάνθαστη μέθοδος ήταν το περπάτημα. Ατελείωτα χιλιόμετρα. Επέστρεφα πολλές φορές στα ίδια σημεία, ανακαλύπτοντας πράγματα που τις προηγούμενες φορές δεν είχα δει ή δεν είχα καταλάβει τη σημασία τους. Στα δύο χρόνια περίπου που ήδη έτρεχε το project, άρχισα παράλληλα να ερευνώ είτε μέσω βιβλίων, είτε μέσα από ιστοσελίδες, ακόμα και από το Google Maps, αλλά και από συζητήσεις, πιθανά σημεία με ιστορικό υπόβαθρο και το πώς αυτό συνυπάρχει με το σήμερα.

Πώς ισορρόπησες ανάμεσα στο ντοκουμέντο και στη δική σου υποκειμενική ματιά, ειδικά σε ένα θέμα που αγγίζει κοινωνικές ανισότητες;

Δεν ήθελα ούτε να κάνω μια «ουδέτερη» καταγραφή, σαν να μην έχω άποψη, ούτε να φτιάξω εικόνες που κατευθύνουν τον θεατή σε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Η προσέγγισή μου έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήνω χώρο στον θεατή να σκεφτεί. Ταυτόχρονα όμως ξέρω ότι δεν υπάρχει απόλυτη αντικειμενικότητα. Το τι διαλέγω να φωτογραφίσω και το πού στέκομαι για να το φωτογραφίσω είναι δικές μου επιλογές και άρα, με κάποιο τρόπο, παίρνω θέση στα πράγματα.

[ads2]

Όταν φωτογραφίζεις σε γειτονιές με έντονη κοινωνική ταυτότητα, πώς χτίζεις εμπιστοσύνη και πώς διαχειρίζεσαι το ηθικό κομμάτι της εκπροσώπησης;

Καταρχάς, πήγα εκεί ως κομμάτι αυτού του τόπου. Από εκεί και πέρα δεν φωτογράφισα πρόσωπα και απέφυγα όσο μπορούσα τη στερεοτυπική καταγραφή, αν και αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Με ενδιέφερε αποκλειστικά ο τόπος στην προσέγγισή μου και όχι να εκθέσω συγκεκριμένες φιγούρες ανθρώπων. Τις ελάχιστες φορές που κάποιος με ρωτούσε τι κάνω, γιατί μπορεί να τύχαινε να φωτογραφίσω ιδιωτικούς χώρους, εξηγούσα καθαρά το project και, παρά την αρχική έκπληξη για το τι ενδιαφέρον βρίσκω σε αυτό, υπήρχε πάντα καλή διάθεση προς εμένα.

Στις εικόνες που έχουν δημοσιευθεί από το βιβλίο παρατηρείται έντονη απουσία του ανθρώπινου στοιχείου. Είναι μια συνειδητή επιλογή αυτή η “έμμεση παρουσία” του ανθρώπου μέσα από ίχνη, χώρους και αντικείμενα;

Ναι, είναι απολύτως συνειδητή επιλογή και υπάρχει σε όλες τις εικόνες του βιβλίου. Δεν με ενδιέφερε το πορτρέτο με την κυριολεκτική έννοια. Με ενδιέφερε το πορτρέτο του ίδιου του τόπου. Και ο τόπος μιλάει μέσα από τις πολυκατοικίες, τα συνθήματα, τα μνημεία κλπ. Η απουσία του ανθρώπου δεν σημαίνει έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας. Οι εικόνες λειτουργούν πιο ανοιχτά όταν ο άνθρωπος υπονοείται αντί να δηλώνεται. Ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι όταν ξεκίνησα να φωτογραφίζω, λόγω της καραντίνας, η ανθρώπινη παρουσία ήταν αρκετά περιορισμένη.

Τι αλλάζει στην ανάγνωση της πόλης όταν ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται άμεσα στο κάδρο;

Όταν δεν υπάρχει άνθρωπος μέσα στο κάδρο, ο θεατής δεν μένει σε ένα πρόσωπο ή σε μια συγκεκριμένη ιστορία. Αντί γι’ αυτό, κοιτάει πιο προσεκτικά τον ίδιο τον χώρο. Τα κτίρια, οι δρόμοι και τα σημάδια πάνω τους δείχνουν ότι άνθρωποι έζησαν και ζουν εκεί, ακόμη κι αν δεν φαίνονται. Έτσι, η πόλη διαβάζεται αλλιώς, πιο βαθιά. Ο άνθρωπος απουσιάζει μεν από την εικόνα, αλλά είναι παντού μέσα στα ίχνη που έχει αφήσει.

Τι ρόλο παίζουν τα “ίχνη” της καθημερινότητας (π.χ. αντικείμενα, τοίχοι, πινακίδες, κενά οικόπεδα, βιομηχανικά κατάλοιπα) στην αφήγηση του βιβλίου σου;

Τα ίχνη είναι ο βασικός αφηγηματικός μηχανισμός του βιβλίου. Δεν αφηγούμαι ιστορίες μέσα από γεγονότα αλλά από ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας. Ένας τοίχος με ένα ερωτικό σύνθημα και ένα καμένο διαμέρισμα στο βάθος, μια άδεια παιδική χαρά περικυκλωμένη από πολυκατοικίες, μια καπναποθήκη δίπλα σε σπίτια που παράνομα κάποτε μπορεί να χτίστηκαν σε ένα βράδυ, μια σιβηρικού τύπου εκκλησία μέσα σε ένα μεσογειακό τοπίο. Όλα αυτά από μόνα τους αποκαλύπτουν τις διάφορες ιστορίες που διαδραματίστηκαν ή διαδραματίζονται ακόμα στην περιοχή.

[ads1]

Υπάρχουν συγκεκριμένα μοτίβα που σε απασχόλησαν και επανέρχονται στις εικόνες (χώρος, βλέμμα, χειρονομία, αποστάσεις, σύνορα, διαδρομές);

Υπάρχουν κάποια θέματα που επανέρχονται στις εικόνες, όπως οι διαδρομές μέσα από δρόμους και γέφυρες, η μνήμη μέσα από μνημεία ή ιστορικά σημεία (γνωστά και άγνωστα), αλλά και η «κατάληξη», μέσα από τα κοιμητήρια ή τα εγκαταλειμμένα κτίρια. Το πιο σταθερό μοτίβο είναι το αισθητικό στοιχείο των εικόνων, με τα συνήθως μετωπικά, καθαρά κάδρα και τον συννεφιασμένο ουρανό.

Πώς δούλεψες το φως και τις ώρες λήψης; Αναζητούσες συγκεκριμένη ατμόσφαιρα ή άφησες την πόλη να “οδηγήσει” το ύφος;

Δούλεψα κυρίως με συννεφιά και με ουδέτερο, διάχυτο φως. Ήθελα το φως να είναι ισομερώς απλωμένο, χωρίς εντάσεις. Αυτό βοηθά στο να αποφευχθεί η αισθητικοποίηση όσων φωτογραφίζω και να έχω μια πιο ουδέτερη ατμόσφαιρα, που δίνει συνοχή συνολικά στο έργο.

Ποια ήταν η σχέση σου με το χρώμα, την τονικότητα και την αντίθεση στο τελικό αποτέλεσμα και τι ρόλο έπαιξε η ψηφιακή επεξεργασία στη συνοχή της σειράς;

Το χρώμα δεν το χρησιμοποίησα συμβολικά, αλλά για να ενισχύσω τον ρεαλισμό της καταγραφής, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις όπου το κόκκινο κάνει αισθητή την παρουσία του (χρώμα του πάθους, της έντασης αλλά και της εργατικής τάξης). Δεν ήθελα έντονες χρωματικές κορυφώσεις ούτε δραματικές αντιθέσεις. Με ενδιέφερε μια συγκρατημένη, φυσική τονικότητα. Η ψηφιακή επεξεργασία που έγινε στις εικόνες από τον Αντώνη Γράνη έφερε το αποτέλεσμα που ήθελα, ώστε να υπάρχει εξισορρόπηση χρώματος, τονικότητας και φωτεινότητας και να υπάρχει ομοιογένεια σε όλη τη σειρά.

Από το ευρύτερο αρχείο σου, πώς κατέληξες στις 84 φωτογραφίες του βιβλίου; Ποιο ήταν το βασικό κριτήριο: αφήγηση, ρυθμός, ποικιλία ή μια πιο αυστηρή γραμμή;

Η επιλογή έγινε από τον επιμελητή του βιβλίου, τον Ηρακλή Παπαϊωάννου, με βασικό κριτήριο την αφήγηση. Σημασία δεν είχε να μπουν οι «καλύτερες» εικόνες, αλλά εκείνες που υπηρετούσαν τη δομή του βιβλίου. Το συνολικό αρχείο είναι πάνω από 600 εικόνες, με πολλές δυνατές φωτογραφίες να μένουν εκτός, αφού δεν εξυπηρετούσαν την τελική αφήγηση. Αν μια φωτογραφία είναι καλή αλλά δεν προσθέτει κάτι ουσιαστικό στη συνολική αφήγηση, καλό είναι να μένει εκτός. Αυτή τη δουλειά, όμως, πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο να την κάνει ο φωτογράφος από μόνος του.

Ποιος ήταν ο ρόλος του Ηρακλή Παπαϊωάννου στην επιμέλεια; Σε ποια σημεία άλλαξε τη δομή ή την εστίαση και τι κρατάς από αυτή τη συνεργασία;

Ο ρόλος του Ηρακλή Παπαϊωάννου ήταν καθοριστικός, καθώς παρακολουθούσε από την αρχή την πορεία του project. Με βοήθησε να δω το έργο πιο καθαρά ως ενιαία αφήγηση και όχι ως σύνολο δυνατών εικόνων και οι συζητήσεις και οι συμβουλές του έδωσαν στο έργο την ποικιλομορφία και το βάθος που πιστεύω έχει αυτή τη στιγμή.

Το βιβλίο είναι δίγλωσσο (GR/EN). Τι σημαίνει αυτό για σένα ως προς το κοινό που απευθύνεσαι και πώς επηρεάζει την “ανάγνωση” του έργου;

Το έργο αφορά έναν πολύ συγκεκριμένο τόπο, αλλά τα ζητήματα που θίγει δεν είναι τοπικά. Οι δυτικές συνοικίες της πόλης μπορούν να διαβαστούν ως παράδειγμα μιας ευρύτερης αστικής συνθήκης, που υπάρχει σε κάθε πόλη του κόσμου, καθώς όπως λέει και ο Ηρακλής Παπαϊωάννου στο κείμενό του, το έργο αποκαλύπτει, κατά μία έννοια, την αφανή πλευρά μιας πόλης — ίσως κάθε πόλης.

Μετά τη βράβευση στο Athens Photo World 2023, άλλαξε κάτι στην αυτοπεποίθηση ή στον τρόπο που είδες το project και την απόφαση να γίνει βιβλίο;

Η βράβευση στο Athens Photo World 2023 λειτούργησε κυρίως ως επιβεβαίωση ότι το έργο έχει συνοχή και βάθος. Δεν άλλαξε την ουσία του project, αλλά ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή μου ότι μπορεί να σταθεί δημόσια και να συνομιλήσει με ένα ευρύτερο κοινό.

Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο σε αυτά τα πέντε χρόνια: η πρόσβαση, η συνέπεια στον χρόνο, η επιλογή και το “κόψιμο” υλικού ή η συναισθηματική φθορά ενός απαιτητικού θέματος;

Οι δυσκολίες σε ένα μακροχρόνιο project είναι πολλές, αλλά το βασικό μου άγχος ήταν να μη δημιουργήσω στο τέλος ένα έργο επιφανειακό που δεν θα ενδιαφέρει κανέναν και δεν θα αφήσει κάποιο αποτύπωμα.

Πώς αντιδρούν οι άνθρωποι των περιοχών όταν βλέπουν το έργο; Υπάρχει κάποια στιγμή ή αντίδραση που σε σημάδεψε;

Είναι πολύ νωρίς για να το απαντήσω αυτό, καθώς το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει πριν λίγες ημέρες. Από κάποιες δημοσιεύσεις εικόνων που έχουν γίνει πάντως καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των χρόνων, οι αντιδράσεις είναι θετικές.

Το West Side Story είναι κομμάτι ενός ευρύτερου αρχείου. Θεωρείς ότι το βιβλίο κλείνει έναν κύκλο ή αποτελεί ένα κεφάλαιο μέσα σε κάτι μεγαλύτερο;

Το βιβλίο σαφώς και κλείνει έναν κύκλο. Η πενταετής αυτή φωτογραφική έρευνα ολοκληρώνεται με αυτή την έκδοση.

Ποιο είναι το επόμενο βήμα σου μετά από αυτό το project: συνεχίζεις σε παρόμοια θεματολογία ή αναζητάς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση;

Με κάποιο τρόπο θέλω να κλείσει και ο κύκλος του πρώτου μου project, «Souvenirs», που ακόμα δεν έχει εκδοθεί και θεωρώ ότι έχει επίσης μεγάλο ενδιαφέρον. Θέματα όμως που έχουν να κάνουν με τη μνήμη και τον τόπο, με τον κοινωνικό και δημόσιο χώρο, συνεχίζουν και με απασχολούν. Έχω διάφορες ιδέες στο μυαλό μου, αλλά θέλω να πάρω τον χρόνο μου για να τις επεξεργαστώ καλύτερα.

Comments

Leave a comment