• Η φωτογράφος Υπατία Κορνάρου παρουσιάζει το έργο «Rare» για τις σπάνιες παθήσεις
• Το project εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά, με στόχο την ενσυναίσθηση και την ορατότητα
Η συζήτηση γύρω από τις σπάνιες παθήσεις παραμένει περιορισμένη, παρά το γεγονός ότι αφορά χιλιάδες ανθρώπους που ζουν καθημερινά με αυτές.
Πέρα από την ιατρική διάσταση, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εμπειριών, σχέσεων και συναισθημάτων που σπάνια αποτυπώνεται ή γίνεται κατανοητός.
Με αφορμή το φωτογραφικό έργο “Rare”, που επιχειρεί να φωτίσει αυτή τη “σπάνια ζωή”, μίλησα με τη Υπατία Κορνάρου για τη διαδικασία, τις προκλήσεις και τον τρόπο που η φωτογραφία μπορεί να αλλάξει την αντίληψη του θεατή.
Ποια είναι η Υπατία Κορνάρου
Η Υπατία Κορνάρου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται ως φωτογράφος και επιμελήτρια φωτογραφικών εκθέσεων. Το καλλιτεχνικό της έργο κινείται στον χώρο της εικαστικής,ντοκιμαντερίστικης και εννοιολογικής φωτογραφίας.
Σημαντικά ορόσημα της καλλιτεχνικής της διαδρομής αποτελούν τα εξής:
- “Save the Forest”: Η πρώτη της ατομική έκθεση, η οποία παρουσιάστηκε στο Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας και αργότερα στο Κάστρο της Μυτιλήνης (2022).
- “Phenomenon”: Ένα έργο που παρουσιάστηκε κατόπιν πρόσκλησης στη Ρωσία, στη Gallery Space Place και στο Μουσείο Καλών Τεχνών του Nizhny Tagil. (2024).
- “Mood”: Το πρώτο της φωτογραφικό βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, αποτελεί μια οπτική αφήγηση των συναισθηματικών καταστάσεων και της υποκειμενικότητας της εμπειρίας (2025).
- “RARE”: Παρουσίαση έργου και βιβλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Σπάνιων Παθήσεων (2026).
Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει έντονη διεθνή δραστηριότητα, συμμετέχοντας σε εκθέσεις σε μεγάλες πρωτεύουσες της τέχνης, όπως το Παρίσι (Imagenation Paris), το Λονδίνο (Royal Arts Over Sea), η Ρώμη, το Εδιμβούργο και το Τόκιο. Η αναγνώριση του έργου της επισφραγίζεται από πολυάριθμα διεθνή βραβεία, στα οποία περιλαμβάνονται:
- 1η θέση στα International Photography Awards (IPA) 2024.
- Χρυσό Βραβείο στα Paris Photo Prize (PX3) 2024.
- Πολλαπλές διακρίσεις στα βραβεία BIFA (Budapest), TIFA (Tokyo) και LICC (London).
Υπήρξε επιμελήτρια του φεστιβάλ φωτογραφίας «Ημέρες με τη Φωτογραφία» στην Ελευσίνα (Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2023) με θέμα την Εννοιολογική Φωτογραφία. Επίσης, καθοδηγεί εργαστήρια φωτογραφίας για παιδιά και εφήβους, εστιάζοντας στη φωτογραφία ως μέσο έκφρασης δικαιωμάτων και κοινωνικής ευαισθητοποίησης
http://ypatiakornarou.gr/
Instagram – Facebook

Πώς γεννήθηκε η ιδέα της «Rare»;
Αναμφισβήτητα, μέσα από την ίδια την τέχνη. Πριν από δύο χρόνια περίπου, έπειτα από παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης της ομάδας “StoryDrops Playback” που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο κοινωνικής ευαισθητοποίησης για τους σπάνιους ασθενείς, γνώρισα για πρώτη φορά ιδρυτικά μέλη του συλλόγου «95» Ελληνική Συμμαχία Σπάνιων Παθήσεων. Εξαρχής, υπήρξε ένα ευχάριστο κλίμα, σε ατμόσφαιρα δημιουργικού διαλόγου που οδήγησε στην σύλληψη της ιδέας και ολοκληρώθηκε με την πρόσκληση που δέχθηκα από τον σύλλογο «95».
Τι θέλεις να καταλάβει ο κόσμος για τη «σπάνια ζωή» μέσα από τις φωτογραφίες σου;
Οι φωτογραφίες του “Rare” λειτουργούν ως ένα πλαίσιο εγγύτητας και αναστοχασμού, για όσα είναι αθέατα, άβατα αλλά και για όσα αγνοούμε για τις «παράλληλες ζωές των άλλων» στον σύγχρονο κόσμο. Από την αρχή με ενδιέφερε ο θεατής να συνδεθεί σε ένα συναισθηματικό επίπεδο με το έργο, ώστε να επανεξετάσει τους τρόπους θεώρησης που διαμορφώνουν την αντίληψη του για την κατανόηση του κόσμου. Σε πολλές περιπτώσεις, η άγνοια αναπαράγει συναισθήματα φόβου εντείνοντας τις κοινωνικές αποκλίσεις, δημιουργώντας αποστάσεις που προκαλούν το φαινόμενο της περιθωριοποίησης. Στο έργο “Rare” δίνεται έμφαση στην αίσθηση της οικειότητας που αναπτύσσεται κατά την θέαση του, προκειμένου να υπάρξει μια μορφή μετατόπισης των στερεοτυπικών αντιλήψεων όπως τουλάχιστον έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα για την πάθηση στην Ελλάδα.

Γιατί διάλεξες να δείξεις τη σπάνια ασθένεια σαν ανθρώπινη ιστορία και όχι σαν “ιατρικό θέμα”;
Θεώρησα ότι είναι σημαντικό η προσέγγιση να έχει τα χαρακτηριστικά μιας οικουμενικής πραγματικότητας, πέρα από μια ιατρική διάγνωση, πέρα από ανοίκειες ορολογίες ή φωτογραφίες που κάνουν επίκληση σε συναισθήματα οίκτου. Άλλωστε πίσω από κάθε ιατρικό θέμα υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία με αγαπημένα πρόσωπα, ταυτότητα, ανείπωτα συναισθήματα, εκπληρωμένα και ανεκπλήρωτα όνειρα, επιθυμία για επιστροφή στην κανονικότητα, διαδρομές που τελικά έγιναν κοινές επειδή αντάμωσαν τα ταξίδια, οι ζωές.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι όταν άρχισες να φωτογραφίζεις αυτό το θέμα;
Αναμφισβήτητα το κομμάτι της εμπιστοσύνης αλλά και το συναίσθημα της οικειότητας που χρειαζόταν να αναπτυχθεί προκειμένου να δημιουργηθεί μια αμφίδρομη, ειλικρινής σχέση. Το αποτύπωμα μιας φωτογράφισης μεταμορφώνεται σε μια ανεπιτήδευτη συνάντηση όταν η συνύπαρξη φωτογράφου-φωτογραφούμενου έχει τα χαρακτηριστικά της αμεσότητας. Έτσι σταδιακά, σχεδόν ασυνείδητα, βρέθηκα ανάμεσα στην καθημερινότητά τους, οικειοποιήθηκα τις αφηγήσεις, τις ψυχές, τα περιβάλλοντα τους.
Πώς κερδίζεις την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που φωτογραφίζεις;
Το θέμα δεν ήταν να την κερδίσω αλλά να σχετιστούμε, να αφεθούμε κατά την φωτογραφική διαδικασία σε μια διεισδυτική συνδεσιμότητα. Η εμπιστοσύνη χρειάζεται χρόνο για να καλλιεργηθεί σε μια ανθρώπινη σχέση, ώστε να εμβαθύνουμε στην ιερότητα μιας συνάντησης. Αυτό τελικά συνέβη εδώ, στο ‘Rare”, όχι ως μια επιβεβλημένη συνθήκη αλλά επειδή βρισκόμουν εκεί, για να «ακούσω» τον κόσμο της σπανιότητας. Και επειδή ένιωσα, είδα. Ήταν μια αμφίδρομη, βιωματική εμπειρία που ξεπερνά την φωτογραφική διαδικασία. Θα με ακολουθεί σε όλη μου την ζωή. Νομίζω ότι για πρώτη φορά συνέβαλλα σε κάτι σημαντικό με την φωτογραφία και επειδή ακριβώς είναι βαθιά ανθρώπινο ξεπερνά τα όρια της τέχνης.

Πώς αποφασίζεις τι επιτρέπεται να φανεί και τι πρέπει να μείνει ιδιωτικό;
Σε αυτό το σημείο, διαπραγματευόμαστε την ηθικότητα μιας φωτογραφίας. Είναι σίγουρα ένα λεπτό ζήτημα και δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο συναίσθημα αγωνίας που είχα για την τελική επιλογή των φωτογραφιών του έργου ‘Rare”. Τα κριτήρια αφορούν τις ισορροπίες ενός τόσο ευαίσθητου εγχειρήματος. Δεν μιλάμε μόνο για φωτογραφία, μιλάμε για συναισθηματικούς κόσμους. Ήταν η περίοδος που έχασα την νηνεμία του ύπνου μου.
Υπήρξε στιγμή που σταμάτησες και είπες “εδώ δεν τραβάω”; Τι σε έκανε να το αποφασίσεις;
Ναι, υπήρξαν κάποιες στιγμές που ένιωσα άβολα με τον φωτογραφικό φακό. Ως άνθρωπος προσπαθώ να εναρμονίζομαι με την διαφορετικότητά των ανθρώπων, εστιάζω στην ενσυναίσθηση, αποδέχομαι και παραμένω ψύχραιμη αρκετές φορές. Φυσικά, δεν το καταφέρνω πάντα. Όταν όμως κρατάω μια φωτογραφική μηχανή προσδίδω έναν επιπλέον ρόλο στην ταυτότητά μου γιατί η φωτογραφική αποτύπωση «ερμηνεύεται» και ταυτόχρονα «κυριαρχεί». Για αυτό τον λόγο, οφείλω, έχω υποχρέωση να παραμένω ταπεινή με το μέσο όταν ειδικά διαχειρίζομαι αληθινές ιστορίες. Κάποιοι φωτογράφοι έχουν ως επίκεντρο την «φωτογραφία» και κάποιοι άλλοι τον «άνθρωπο». Προσωπικά, επιλέγω τον άνθρωπο.
Τι ρόλο παίζει το σπίτι και η οικογένεια στη «Rare»;
Τον σπουδαιότερο επειδή ήταν ο σπουδαιότερος. Όπως έχω ήδη πει σε επισκέπτες της έκθεσης, κατά την διάρκεια των ξεναγήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Κάθε μέρα σπάνιος», η αρχική προσέγγιση του έργου, ως πρόθεση ήταν πιο σκοτεινή. Επειδή όμως συναντήθηκα με την αγάπη και την οικογενειακή θαλπωρή των σπανίων, με συνεπήρε το συναίσθημά τους δημιουργώντας τελικά, οπτικές αφηγήσεις που ήταν όσο πιο εγγύτερα στην αλήθεια τους. Ήταν πλέον θέμα ηθικής να μην παραβλέψω την πραγματικότητά τους που διεπόταν από απέραντη αγάπη και αποδοχή από το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Τι αλλάζει στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου όταν ζει με σπάνια πάθηση, όπως το είδες εσύ;
Ειλικρινά, ντρέπομαι να αγγίξω την καθημερινότητα των σπανίων, λόγω απεριόριστου σεβασμού, προτιμώ να μην αναφερθώ σε αυτό το κομμάτι. Θα ήθελα να εκφράσω μόνο την τοποθέτησή μου σε σχέση με την αναγκαιότητα που αναμφισβήτητα προκύπτει, πρωτίστως για την ορατότητα και κατόπιν για την υποστήριξη της σπάνιας πάθησης στην χώρα μας.
Πώς θες να νιώσει ο θεατής βλέποντας την έκθεση;
Δεν θέλω να επιβάλω τα συναισθήματα που θα νιώσει ο θεατής κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του έργου “Rare”. Νομίζω, άλλωστε πως ότι και αν θα ήθελα να αισθανθεί, η θέαση έχει έναν υποκειμενικό χαρακτήρα που διαπερνά τις προθέσεις του δημιουργού. Έτσι κι αλλιώς είναι «τολμηρό» να θες οτιδήποτε στην τέχνη. Όμως έχει ενδιαφέρον όταν μαθαίνω πως ερμήνευσαν, αλληλοεπίδρασαν με το “Rare”. Είναι εντυπωσιακό όταν συμβαίνει γιατί μετασχηματίζεται η μορφή που μέχρι πρωτύτερα αντιλαμβανόμουν ή συνδεόμουν με το έργο. Μέσα σε αυτή την συνειδητοποίηση γίνεται σαφές πως η διαδρομή, η δομή ενός έργου, διαρκώς μεταπλάθεται και αναγεννάται, ανάλογα τις συνθήκες και τον τρόπο που σχετίζεται το έργο με το κοινό καθώς και με τον τρόπο παρουσίασης του.
Ποια φωτογραφία της σειράς είναι η πιο “κεντρική” για σένα και γιατί;
Αρκετά ενδιαφέρουσα ερώτηση. Με άνεση θα μπορούσα να πω ότι είναι η πρώτη φορά που συνειδητά εισχωρώ στην διαδικασία επιλογής μιας κεντρικής φωτογραφίας προκειμένου να αποτελέσει την οπτική ενσάρκωση του έργου “Rare”. Το έργο έχει ντοκιμαντέρ χαρακτήρα σε αντίστιξη με εννοιολογικά στοιχεία. Κατά την ανάπτυξη του, επικεντρώθηκα σε δύο φωτογραφίες που ήταν δύο μισά ανδρικά πρόσωπα. Όταν συνέθεσα το δίπτυχο τους, οι δύο φωτογραφίες ήρθαν σε εγγύς απόσταση. Τότε συνειδητοποίησα ότι έπλαθαν ένα κοινό πρόσωπο, σχεδόν χωρίς να αντιλαμβάνεται κανείς πως προέρχεται από δύο ανομοιογενή πρόσωπα. Σε αυτή την σμίξη ολοκληρώθηκε μια οπτική-συμβολική αποτύπωση, συνδεδεμένη με την έννοια της «διαφορετικότητας των κόσμων». Τόσο όμοιοι, τόσο διαφορετικοί, αλλά συνάμα, θεμελιώνουν, συνυπάρχουν σε ένα «κοινό τοπίο» που δεν είναι άλλο από την ίδια την ανθρωπότητα.

Πώς διάλεξες ποιες φωτογραφίες θα μπουν και με ποια σειρά;
Στην επιλογή των φωτογραφιών δεν έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο η σειρά όσο η ανάπτυξη του συνολικού έργου. Με απασχόλησε ιδιαίτερα η διαχείριση του φωτογραφικού υλικού προκείμενου να επιτευχθεί μια καθολική γλώσσα αποτύπωσης που επιτρέπει τον διάλογο μεταξύ των φωτογραφιών. Ύστερα, επειδή ο κορμός του “Rare” αντανακλά τον ψυχισμό, το πορτρέτο της σπάνιας πάθησης, στην έκθεση ανέπτυξα για κάθε σπάνιο μια οπτική σύνθεση, βασισμένη στο “storytelling” αποφεύγοντας την αποτύπωση σε μία και μόνο φωτογραφία. Επίσης, σε πολλά σημεία της σύνθεσης εστίασα στην εννοιολογική ιχνογράφηση της προσωπικής ιστορίας.
Τι διαφορετικό θα πάρει κάποιος αν δει το έργο στην έκθεση, σε σχέση με το βιβλίο;
Κάθε μορφή παρουσίασης λειτουργεί σαν ένας αόρατος προβολέας που αναδεικνύει διαφορετικά σημεία του φωτογραφικού έργου. Μια φωτογραφική έκθεση δεν περιέχει απλά μικρές ή μεγάλες εκτυπώσεις, κυρίως δονεί και ενσαρκώνει τον ψυχισμό μιας ιδέας. Στην περίπτωση της έκθεσης “Rare” όπου τα κάδρα εσωκλείουν ανθρώπινες παρουσίες, δημιουργείται μέσω της αφήγησή τους μια ανακίνηση. Μέσω αυτής της εντύπωσης, ανατροφοδοτείται η ψευδαίσθηση ότι η οπτική αναπαράσταση αποκτά μια αέναη, μυσταγωγική ταυτότητα. Όμως η έκθεση όσο και αν είναι επιβλητική με την υπερβατικότητά της διακατέχεται από χαρακτηριστικά προσωρινότητας-θνησιμότητας. Από την άλλη, ένα βιβλίο ίσως έχει το προνόμιο να «αγαπηθεί» περισσότερο λόγω της αντοχής του στο χρόνο και επειδή μπορεί να γίνει μέρος της διαιώνισης μιας ανάμνησης. Ωστόσο, περιλαμβάνει ένα τελείως διαφορετικό τρόπο θέασης της εικόνας. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε δισέλιδα μικρής χωρητικότητας-έκτασης. Το γύρισμα των σελίδων ανατροφοδοτεί την επιθυμία για σύνδεση με το περιεχόμενο και όλες οι αφηγήσεις έχουν φωλιάσει μέσα στα χέρια του αναγνώστη αποκτώντας μαζί του μια συναισθηματική αμεσότητα.
Γιατί ήταν σημαντικό να υπάρχει και φωτογραφικό βιβλίο μαζί με την έκθεση;
Επειδή ένα βιβλίο «στερεώνει» την προσωρινότητα μιας έκθεσης λίγων ημερών, γίνεται η «αθανασία» του έργου. Είναι σημαντικό όταν ο επισκέπτης δεν αποχωρίζεται την ανάμνηση. Και αυτό συμβαίνει, γιατί το φωτογραφικό βιβλίο μεταφέρεται στους προσωπικούς χώρους, όπου, οποιαδήποτε στιγμή ο αναγνώστης επιθυμήσει, έχει την δυνατότητα να επανασυνδεθεί, ανακαλώντας την εμπειρία αλλά και κάποιες φορές την γέννηση νέων συναισθημάτων λόγω της επαναληπτικής θέασης.

Τι σημαίνει για σένα που το έργο παρουσιάστηκε μέσα στο Φεστιβάλ «Κάθε Μέρα Σπάνιος»;
Νομίζω πως δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει η επικοινωνία του με έναν διαφορετικό, πιο εύστοχο τρόπο διότι το Φεστιβάλ «Κάθε Μέρα Σπάνιος», ήταν η απαρχή της σύλληψης του έργου “Rare”. Επίσης, ενσωματώθηκε και ζυμώθηκε σε ένα πλαίσιο τέχνης-πολιτισμού πολλαπλών δράσεων ενώ παράλληλα έδωσε την δυνατότητα στους σπανίους να συμμετάσχουν ενεργά, καθόλα την διάρκεια του Φεστιβάλ.
Πώς πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να βοηθήσει να μιλήσουμε πιο ανοιχτά για τις σπάνιες παθήσεις;
Η τέχνη λόγω του εικαστικού της χαρακτήρα και της πολυπρισματικής φύσης, έχει την ικανότητα να αμβλύνει την οξύτητα των κοινωνικών θεμάτων επειδή επικεντρώνεται συνήθως στο «ψυχογράφημα» της ανθρωπότητας. Και ότι αποκτά μια πανανθρώπινη εξομολόγηση είναι αδύνατον να μην περιέχει τα στοιχεία της ταύτισης, της ενσυναίσθησης. Μέσω της τέχνης δημιουργούμε πρωτίστως ένα πεδίο επουσιώδης συνάντησης διοχετεύοντας μηνύματα κοινωνικής ισότητας και αλληλεγγύης. Έτσι, οι καλλιτεχνικές συνευρέσεις μεταμορφώνονται σε μια συνειδητή, «επαναστατική πράξη» υποστήριξης μιας κοινωφελούς προσπάθειας.
Τι θα ήθελες να αλλάξει στη στάση του κόσμου μετά από αυτή τη δουλειά;
Την αλήθεια; Τα πάντα! Φυσικά, δεν αναφέρομαι για το αντίκτυπο μόνο της συγκεκριμένης προσπάθειας αλλά οποιαδήποτε πρωτοβουλίας που αφορά θέματα κοινωνικής συμπερίληψης και συλλογικής συνείδησης. Ουτοπικό;

Τι θα έλεγες σε κάποιον που φοβάται ή αισθάνεται άβολα στο να δει μια έκθεση με τέτοιο θέμα;
Αν και κατανοώ τις φοβίες του, θα του έλεγα πως είναι «ντεμοντέ». Μετά το “me too”, βρισκόμαστε σε μια εποχή που επιβάλλεται να μην απέχουμε, να μην μένουμε αδρανείς στα κοινά. Είναι θέμα παιδείας η κοινωνική ενημέρωση. Το συναίσθημα του φόβου αναστέλλει όχι μόνο την συναισθηματική αλλά και την πνευματική μας διαύγεια.
Αν μπορούσες να συνοψίσεις τη «Rare» σε μία πρόταση, ποια θα ήταν;
Με μια δεσπόζουσα μορφή, μη αναμενόμενη, όλη η αλήθεια κατοίκησε την ομορφιά γεννώντας ανθούς στο πέρασμά της.
Τι θα ήθελες να θυμάται ο θεατής από το φωτογραφικό βιβλίο
Θα ήθελα να κρατήσει στην μνήμη του, τον συμβολισμό του αριθμού «95» που αντιπροσωπεύει το ποσοστό 95% των σπάνιων παθήσεων που δεν επιδέχεται θεραπεία. Ότι όλοι είμαστε διαφορετικοί και σπάνιοι. Κανείς μόνος, όλοι μαζί, μια αγκαλιά.




