Summary
- Η σειρά Until Twelve γεννήθηκε από τη μετατόπιση του βλέμματος από τον δρόμο στο οικογενειακό περιβάλλον.
- Ο Ανδρέας Κατσάκος εξηγεί πώς λειτούργησαν η παρατήρηση, ο χρόνος και η καθημερινότητα στη διαμόρφωση του έργου.
- Μιλά για τη συναίνεση των παιδιών, την επιλογή των εικόνων και το βάρος ευθύνης της οικείας φωτογραφίας.
- Αναφέρεται στον ρόλο της Βάγιας Στάμου και στο στήσιμο της έκθεσης στον Μύλο του Παππά.
- Περιγράφει τι του δίδαξε αυτή η σειρά για τη φωτογραφία και τον χρόνο.
Ο Ανδρέας Κατσάκος μας μίλησε για το Until Twelve, μια μακρόχρονη φωτογραφική σειρά που μεταφέρει το βλέμμα από τον δημόσιο χώρο στην οικογενειακή καθημερινότητα.
Ο Ανδρέας Κατσάκος μιλάει για τη μετάβαση από τη φωτογραφία δρόμου στο οικείο περιβάλλον, για τη σχέση με τα παιδιά του, για τη συναίνεση, για την επιλογή των εικόνων και για τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος μετατρέπει τις καθημερινές στιγμές σε ενιαία αφήγηση.
Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί αγγίζει ένα από τα πιο απαιτητικά πεδία της σύγχρονης φωτογραφίας: πώς καταγράφεται το οικείο χωρίς ωραιοποίηση, πώς αλλάζει η ευθύνη όταν τα πρόσωπα του κάδρου είναι δικοί σου άνθρωποι και πώς μια σειρά που ξεκινά από το σπίτι μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη δύναμη και καθολικότητα.
Βιογραφικό
Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1973. Σπούδασε φωτογραφία στο Ι.Ι.Ε.Κ. E.S.P.
Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία από το 1996. Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε ομαδικά λευκώματα και φωτογραφικά περιοδικά.
Το 2010 συνδημιούργησε το διαδικτυακό φωτογραφικό περιοδικό fmag (http://fmag.gr) και το 2013 ανέλαβε τη δημιουργία της φωτογραφικής ομάδας fplus.
Από το 2015 οργανώνει και επιμελείται κάθε χρόνο δωρεάν εξάμηνα σεμινάρια φωτογραφίας για παιδιά και εφήβους.
Παράλληλα, δραστηριοποιείται ενεργά στον χώρο της φωτογραφικής κοινότητας, επιμελούμενος εκθέσεις και συμμετέχοντας στη διοργάνωση φωτογραφικών δράσεων.
Το Until Twelve παρουσιάζεται ως φυσική συνέχεια μιας ανθρωποκεντρικής διαδρομής. Ποιο είναι το νήμα που ενώνει τον δημόσιο χώρο με τον ιδιωτικό;
Το νήμα είναι η ίδια η ανθρώπινη παρουσία. Στη φωτογραφία δρόμου τον γοήτευε πάντα το απρόσμενο και το τυχαίο που εμφανίζεται μπροστά σου χωρίς να το έχεις σχεδιάσει. Αυτό δεν αλλάζει όταν το πεδίο μεταφέρεται στον ιδιωτικό χώρο. Απλώς οι άγνωστοι πρωταγωνιστές του δρόμου αντικαθίστανται από πρόσωπα του οικογενειακού του κύκλου. Η φωτογραφική αναζήτηση παραμένει η ίδια: να αναγνωρίσει τη στιγμή που μια καθημερινή σκηνή αποκτά αξία.
Πώς κατάλαβες ότι η φωτογραφική σου πρακτική δεν “σταματά” με τον γάμο/τα παιδιά, αλλά αλλάζει πεδίο;
Όταν υπάρχει η ανάγκη να εκφραστείς και η φωτογραφία είναι το μέσο που σε βοηθά να πεις αυτό που σκέφτεσαι, τότε μία από τις λύσεις είναι να αλλάξεις πεδίο.
Τι έχασες και τι κέρδισες όταν οι άγνωστοι του δρόμου αντικαταστάθηκαν από τα δικά σου παιδιά;
Στον δρόμο υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα στον φωτογράφο και τον άνθρωπο που φωτογραφίζει. Αυτή η απόσταση δίνει μια ελευθερία αλλά και μια αβεβαιότητα. Στο οικογενειακό περιβάλλον αυτή η απόσταση δεν υπάρχει. Αυτό που χάνεται είναι ίσως το στοιχείο της πλήρους απρόβλεπτης συνάντησης που έχει ο δρόμος. Αυτό που κερδίζεται όμως είναι ο χρόνος. Μπορεί να παρακολουθεί τους ίδιους ανθρώπους να μεγαλώνουν και να αλλάζουν και να βλέπει τη σχέση τους με τη φωτογραφία να εξελίσσεται μέσα στα χρόνια.

Η μέθοδός σου περιγράφεται ως παρατήρηση, αναμονή, εμπλοκή. Πώς εφαρμόζεται αυτό στο σπίτι, στην παραλία και στις «ζώνες» της καθημερινότητας;
Με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται και στον δρόμο. Παρατηρεί τις κινήσεις, τις χειρονομίες, τις μικρές εντάσεις της στιγμής και περιμένει να συγκροτηθεί μια εικόνα. Όταν περνάς αρκετό χρόνο με την οικογένειά σου, σε εξόδους ή στην καθημερινότητα του σπιτιού, τότε τα παιδιά είναι τα πρώτα άτομα που συναντάς αν σηκώσεις τη μηχανή. Αυτό δημιουργεί μια διαφορετική μορφή αναμονής, πιο μακρά και πιο υπομονετική. Το θέμα είναι να είσαι παρών όταν συμβαίνει κάτι.
Ποια είναι η μεγαλύτερη διαφορά στο “timing” ανάμεσα στη street προσέγγιση και στη φωτογράφιση του οικείου;
Στον δρόμο το timing είναι συχνά στιγμιαίο. Η ιδανική στιγμή εμφανίζεται και χάνεται πολύ γρήγορα. Στο οικείο περιβάλλον ο χρόνος είναι πιο ανοιχτός. Οι στιγμές μπορούν να επιστρέψουν ή να εξελιχθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εικόνα γίνεται πιο εύκολη· απλώς αλλάζει ο ρυθμός με τον οποίο εμφανίζεται.
Υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή/περίοδος που λες «εδώ γεννήθηκε το Until Twelve»;
Μέσα στην πρώτη πενταετία κατάλαβε ότι αυτό θα τον απασχολήσει για χρόνια. Υπήρξαν δύο φωτογραφίες των παιδιών του που λειτούργησαν σαν αφετηρία και τον έκαναν να δει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες εικόνες αλλά για μια σειρά που εξελίσσεται.
Πώς ορίζεις τη «σιωπηλή συμφωνία» με τα παιδιά; Υπάρχουν ρητοί κανόνες ή λειτουργεί διαισθητικά;
Μεγαλώνοντας μέσα σε ένα σπίτι όπου υπάρχει πάντα μια φωτογραφική μηχανή, τα παιδιά έχουν συνηθίσει την παρουσία της. Δεν χρειάστηκε ποτέ να συμφωνήσουν κάτι συγκεκριμένο. Υπάρχουν στιγμές που αγνοούν τελείως τον φακό και άλλες που τον κοιτούν ή παίζουν μαζί του. Αυτή η σχέση αλλάζει συνεχώς και αυτό φαίνεται και στις φωτογραφίες.

Πώς διαχειρίζεσαι τη συναίνεση όσο τα παιδιά μεγαλώνουν; Υπάρχουν στιγμές που είπαν “όχι” και σταμάτησες;
Εννοείται. Όσο μεγάλωναν, η σχέση με τη φωτογραφία γινόταν πιο συνειδητή. Υπήρχαν στιγμές που είπαν όχι και φυσικά το σεβάστηκε.
Όταν τα παιδιά αγνοούν την παρουσία σου, είναι άλλη φωτογραφία σε σχέση με όταν σε κοιτούν και συμμετέχουν; Τι αλλάζει στη σχέση δύναμης μέσα στο κάδρο;
Σε αυτή τη σειρά, οι στιγμές που φωτογραφίζει και περνά απαρατήρητος, όπως και τα πορτρέτα στα οποία καθοδηγεί τα πράγματα, έχουν την ίδια δύναμη και αξία. Η διαφορά είναι ότι στη μία περίπτωση η εικόνα προκύπτει από την παρατήρηση, ενώ στην άλλη από μια πιο άμεση σχέση με τον φακό.
Πώς κρατάς ισορροπία ανάμεσα στον ρόλο του γονιού και στον ρόλο του φωτογράφου, ειδικά σε στιγμές έντασης ή ευαλωτότητας;
Ο ρόλος του γονιού είναι πάντα ο βασικός. Η φωτογραφία υπάρχει μέσα στην καθημερινότητα αλλά δεν την καθορίζει.
Έχεις αφήσει έξω εικόνες επειδή σε προβλημάτισαν συναισθηματικά;
Ναι, υπάρχουν εικόνες που τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν. Κάποιες φορές μια φωτογραφία μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα αλλά να μη θέλεις να τη μοιραστείς δημόσια.

Το κείμενο ξεκαθαρίζει ότι δεν επιδιώκεις ένα «ιδανικό οικογενειακό αφήγημα». Πώς αντιστέκεσαι στον πειρασμό της ωραιοποίησης;
Τον ενδιαφέρουν περισσότερο οι μικρές, ασήμαντες στιγμές. Η φωτογραφία προκύπτει όταν αυτές οι λεπτομέρειες αποκτούν μορφή μέσα στο κάδρο.
Τι είναι αυτό που κάνει μια σκηνή «φωτογραφία» για σένα; Είναι χειρονομία, βλέμμα, σιωπή, σύγκρουση, φως;
Σίγουρα είναι ένας συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων και όχι μόνο. Είναι η στιγμή όπου νιώθει ότι όλα αυτά συντονίζονται μέσα του και του λένε ότι τώρα είναι η ιδανική στιγμή.
Πόσο σημαντικό είναι το περιβάλλον (σπίτι/παραλία/δωμάτιο) σε σχέση με την ανθρώπινη παρουσία; Έχει ο χώρος χαρακτήρα στη σειρά;
Το περιβάλλον καθορίζει τη διάδραση όλης της σκηνής. Και καθώς αυτό αλλάζει, αλλάζει και η ατμόσφαιρα, η διάθεση και τα συναισθήματα που βγάζουν οι φωτογραφίες.
Γιατί «Until Twelve»; Τι σημαίνει το 12 ως όριο για την παιδική ηλικία και για τη μεταξύ σας σχέση με τον φακό;
Η σειρά ξεκίνησε με τη γέννηση των παιδιών και σταδιακά συνειδητοποίησε ότι κατέγραφε μια ολόκληρη περίοδο της παιδικής ηλικίας. Τα δώδεκα χρόνια λειτουργούν σαν ένα φυσικό όριο πριν αρχίσει να αλλάζει η σχέση των παιδιών με τον κόσμο και με τον φακό.

Πώς άλλαξε η στάση των παιδιών απέναντι στη φωτογράφιση μέσα στα χρόνια; Θυμάσαι μεταβάσεις;
Στην αρχή η παρουσία της μηχανής ήταν κάτι αυτονόητο. Με τα χρόνια άρχισαν να έχουν μεγαλύτερη επίγνωση του μέσου αλλά και της ίδιας της εικόνας.
Σκέφτεσαι τη σειρά ως αφήγηση που εξελίσσεται ή ως ανεξάρτητες εικόνες που συνομιλούν μεταξύ τους;
Σίγουρα κάθε εικόνα λειτουργεί αυτόνομα, αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί με τις υπόλοιπες. Στη σειρά υπάρχει ωστόσο μια αφήγηση που σχηματίζει μια ευρύτερη εικόνα του χρόνου.
Πώς έγινε η επιλογή των εικόνων για την έκθεση; Ξεκίνησες από “δυνατά μονά” ή από τη συνολική ροή;
Η επιλογή έγινε σταδιακά, μέσα από πολλές επαναξιολογήσεις του υλικού. Υπήρχε και το περιθώριο σχεδόν δεκατεσσάρων χρόνων για να επιστρέφει στο υλικό και να επανεξετάζει τις εικόνες.
Ποιος ήταν ο ρόλος της Βάγιας Στάμου στην επιμέλεια; Σε ποια σημεία σε έσπρωξε να δεις αλλιώς το υλικό;
Πολλές φορές επιλέγουμε φωτογραφίες που κουβαλούν μέσα τους πράγματα που ζήσαμε και μας κρατούν συναισθηματικά δεμένους με τη φωτογραφία που βγάλαμε, τα οποία όμως ένας άλλος άνθρωπος δεν τα βλέπει. Η Βάγια είναι ο άνθρωπος στον οποίο δείχνει πάντα ό,τι βγάζει και περιμένει την ειλικρινή της απάντηση.

Πώς στήσατε το sequencing στον χώρο του Μύλου του Παππά; Με βάση ηλικίες, ρυθμό, θεματικές ενότητες, συναισθηματικούς τόνους;
Το sequencing στον χώρο του Μύλου έγινε με διάφορους τρόπους που, όπως λέει, εξυπηρετούσαν το ίδιο το έργο. Ξεκινά χρονολογικά από τις πρώτες εικόνες της σειράς και κλείνει επίσης χρονολογικά.
Υπάρχει εικόνα που θεωρείς “κλειδί” για να καταλάβει κάποιος τη σειρά; Τι την κάνει κλειδί;
Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη εικόνα. Περισσότερο η σειρά λειτουργεί ως σύνολο.
Όταν ο θεατής βλέπει οικογενειακές εικόνες τρίτων, εύκολα «μπαίνει» σε σύγκριση ή νοσταλγία. Τι θες να αποφύγει και τι θες να κρατήσει;
Στη φωτογραφία, στη μη εφαρμοσμένη μορφή της, υπάρχει η αναμνηστική φωτογραφία και η φωτογραφία που παράγεται ως μέσο έκφρασης. Πιστεύει πως στο συγκεκριμένο έργο πάντρεψε και τις δύο κατηγορίες. Οπότε μπορεί κάποιος να νιώσει διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με τον τρόπο που θα τις δει.

Τι θα ήθελες να νιώσει ο θεατής φεύγοντας: τρυφερότητα, μελαγχολία, κάτι άλλο;
Θα ήθελε να τον βοηθήσει να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Αυτό επιζητεί και ο ίδιος μέσα από τις φωτογραφίες του.
Πιστεύεις ότι η φωτογραφία στο οικείο περιβάλλον έχει άλλο βάρος ευθύνης από τη φωτογραφία στον δρόμο; Πού το νιώθεις πιο έντονα;
Ναι, γιατί αφορά ανθρώπους που είναι μέρος της ζωής σου και όχι περαστικούς που συναντάς για λίγα δευτερόλεπτα. Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό αίσθημα ευθύνης απέναντι στην εικόνα και στο πώς θα παρουσιαστεί δημόσια.
Πόσο “σχεδιασμένη” είναι η τελική αισθητική; Υπήρχε εξ αρχής οπτική κατεύθυνση ή προέκυψε από το ίδιο το υλικό;
Η αισθητική προέκυψε κυρίως μέσα από το ίδιο το υλικό και τη διάρκεια της σειράς.

Τι ρόλο παίζουν η εκτύπωση και η κλίμακα στην ανάγνωση της σειράς; Αλλάζει κάτι όταν η εικόνα γίνεται αντικείμενο στον χώρο;
Η εκτύπωση μετατρέπει τη φωτογραφία σε φυσικό αντικείμενο και επηρεάζει τον τρόπο που τη βιώνει ο θεατής. Η κλίμακα καθορίζει την απόσταση θέασης και τον ρυθμό με τον οποίο διαβάζεται η εικόνα στον χώρο. Στην έκθεση αυτά τα στοιχεία συμβάλλουν στη συνολική εμπειρία της σειράς.
Αν κάποιος δεν διαβάσει τίτλο ή κείμενο, ποια 2–3 πράγματα θες να καταλάβει μόνο από τις φωτογραφίες;
Σίγουρα αντιλαμβάνεται κανείς την ανθρώπινη παρουσία μέσα στον χρόνο. Βλέποντας και την τελευταία φωτογραφία καταλαβαίνει ότι φτάσαμε στο παρόν. Ακόμη κι αν δεν γνωρίζει το προσωπικό πλαίσιο, θα ήθελε να νιώσει τη σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα και την αίσθηση μιας καθημερινότητας που εξελίσσεται.
Μετά το “όριο” των 12, νιώθεις ότι κλείνει ένα κεφάλαιο ή απλώς μετασχηματίζεται; Υπάρχει συνέχεια στο μυαλό σου;
Όσον αφορά τα παιδιά, νομίζει ότι δύσκολα μπορεί να συνεχίσει με την ίδια συνέπεια και στην ίδια λογική. Αν έχει την υγεία του, ίσως θα ήταν ωραίο να το επαναλάβει κάποτε με τα εγγόνια του.

Τι σε δίδαξε αυτό το project για τη φωτογραφία που δεν σου είχε δείξει ο δημόσιος χώρος;
Φωτογραφίζοντας σε δημόσιους χώρους μαθαίνεις να αντιδράς γρήγορα σε ό,τι συμβαίνει. Το οικογενειακό περιβάλλον σε μαθαίνει να βλέπεις τον χρόνο. Μέσα από αυτή τη σειρά κατάλαβε ότι η φωτογραφία δεν είναι μόνο το να συλλάβεις τη στιγμή αλλά και μια διαδικασία που εξελίσσεται με τα χρόνια, ανακαλύπτοντας καθημερινά σημαντικές πτυχές της ζωής σου.
Τι πιστεύουμε
Το Until Twelve ξεχωρίζει γιατί δεν αντιμετωπίζει την οικογενειακή φωτογραφία ως ασφαλή, εύκολη ή αυτονόητη περιοχή. Αντίθετα, ο Ανδρέας Κατσάκος δείχνει ότι το οικείο μπορεί να είναι εξίσου απαιτητικό με τον δρόμο, ίσως και περισσότερο, ακριβώς επειδή εκεί η ευθύνη είναι βαθύτερη και η απόσταση ανύπαρκτη.

Η αξία της σειράς φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος λειτουργεί ως βασικό υλικό. Δεν πρόκειται απλώς για εικόνες παιδιών που μεγαλώνουν, αλλά για μια μακρά παρατήρηση της σχέσης τους με τον κόσμο, με τον φακό και με τον ίδιο τον πατέρα τους. Εκεί βρίσκεται και η ουσία του έργου.
Τελικά, αυτή η συνέντευξη φωτίζει κάτι ουσιαστικό για τη σύγχρονη φωτογραφία: ότι η δύναμη μιας εικόνας δεν βρίσκεται μόνο στο απρόβλεπτο της στιγμής, αλλά και στη διάρκεια, στη συνέπεια και στην ηθική στάση του δημιουργού απέναντι στους ανθρώπους που φωτογραφίζει.


